Παναγιώτης Γκούσκος: Mια γενικότερη κρίση στο πολιτικό σύστημα, επηρεάζει συνολικά την κοινωνία
Πε 2/04/2026
- Απαράδεκτες συνθήκες, προχειρότητα και έλλειψη σχεδιασμού από την πολιτεία στη διαχείριση της δίκης των Τεμπών.
- Ζητήματα ευθυνών και ασυλίας υπουργών για τις υποθέσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
- Επιφυλάξεις για την πλήρη αποκάλυψη της αλήθειας και την απονομή δικαιοσύνης.
Στη ραδιοφωνική του συνέντευξη στον ΣΤΙΓΜΑ 97,6, ο δικηγόρος Παναγιώτης Γκούσκος άσκησε εκτενή κριτική στις συνθήκες διεξαγωγής της δίκης των Τεμπών, αναδεικνύοντας ελλείψεις υποδομών, προχειρότητα στη διαχείριση και αμφιβολίες για την απονομή δικαιοσύνης.
Ο Παναγιώτης Γκούσκος χαρακτήρισε τη δίκη των Τεμπών ιδιαίτερα δύσκολη λόγω του πλήθους των διαδίκων, που φτάνουν περίπου τους 250, σημειώνοντας πως η χώρα μας δεν είναι πλήρως προετοιμασμένη για δίκες τέτοιου μεγέθους. Ανέφερε ότι, παρά τη δαπάνη 1,6 εκατομμυρίου ευρώ για τη διαμόρφωση της αίθουσας, η διαδικασία ξεκίνησε υπό απαράδεκτες συνθήκες, με δύο διαφορετικές αίθουσες και ακατάλληλες θέσεις για τους δικηγόρους και τα θύματα.
Ο ίδιος εξέφρασε έκπληξη για τη στάση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ο οποίος υπερασπίστηκε τις υπάρχουσες συνθήκες, τονίζοντας ότι ακόμη και ο Πρωθυπουργός παραδέχθηκε αστοχίες. Επισήμανε ότι στη δεύτερη δικάσιμο η κατάσταση δεν βελτιώθηκε, ενώ οι εντάσεις, ο συνωστισμός και ο πρόχειρος εξοπλισμός δεν συνάδουν με τη σοβαρότητα της υπόθεσης. Όπως είπε, το πρόβλημα δεν είναι τα τετραγωνικά, αλλά η έλλειψη οργάνωσης και σοβαρού σχεδιασμού εκ μέρους της πολιτείας.
Ο Γκούσκος υπενθύμισε ότι και σε άλλες μεγάλες δίκες, όπως της Siemens, είχαν παρουσιαστεί αρχικές δυσκολίες, αλλά τελικά βρέθηκε λύση μέσα από συνεργασία. Στην περίπτωση των Τεμπών, όμως, εκτίμησε πως η πολιτεία δείχνει αδιαφορία και προχειρότητα, προειδοποιώντας ότι η έλλειψη μέτρων μπορεί να οδηγήσει σε ένταση και καθυστέρηση της διαδικασίας.
Ο δικηγόρος εξέφρασε επιφυλάξεις για το αν θα αναδειχθεί η πλήρης αλήθεια στη δίκη, επισημαίνοντας ότι το κατηγορητήριο θεωρείται από ορισμένους ελλιπές και ότι η απουσία πολιτικών προσώπων προκαλεί εύλογες απορίες. Ανέφερε πως υπάρχει ο κίνδυνος η ευθύνη να περιοριστεί στα χαμηλότερα επίπεδα, π.χ. στον σταθμάρχη, ενώ θύμισε ότι σε άλλες μεγάλες δίκες της χώρας η ιστορική εμπειρία δεν δικαίωσε την απονομή δικαιοσύνης.
Αναφερόμενος στο θέμα της βιντεοσκόπησης των δικών, υπενθύμισε ότι ισχύει γενική απαγόρευση εκτός αν το δικαστήριο δώσει ειδική άδεια, ενώ σημείωσε πως η ασυλία πολιτικών ή άλλων προσώπων μπορεί να περιπλέξει τις διαδικασίες. Θύμισε επίσης τη θέση του πατέρα του, πρώην βουλευτή Διονύσιου Γκούσκου, ο οποίος είχε ταχθεί υπέρ της καταγραφής ιστορικών δικών για λόγους διαφάνειας και ιστορικής μνήμης.
Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, ο Γκούσκος τόνισε πως πρόκειται για σοβαρή υπόθεση που σχετίζεται με τα οικονομικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επικαλούμενος το άρθρο 86 του Συντάγματος, επεσήμανε ότι η κυβέρνηση, έχοντας την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αποφασίζει αν θα κινηθεί διαδικασία δίωξης κατά υπουργών, γεγονός που δημιουργεί νομικά και ηθικά ζητήματα. Για τους βουλευτές, σημείωσε ότι η άρση ασυλίας τους πρέπει να γίνεται όταν ερευνώνται ποινικά αδικήματα, καθώς το ακαταδίωκτο αφορά μόνο πολιτικές πράξεις.
Αναφέρθηκε επίσης στην πιθανότητα παραγραφής ορισμένων αδικημάτων, εξηγώντας ότι τα πλημμελήματα παραγράφονται στην πενταετία, εκτός αν παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος εντός αυτής της περιόδου, οπότε η προθεσμία παρατείνεται. Επισήμανε ότι τα ενδεχόμενα κακουργήματα σχετίζονται με απάτη εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όχι με ξέπλυμα ή χρηματισμό.
Τέλος, ο Παναγιώτης Γκούσκος υπογράμμισε την ανάγκη να μην επιδεικνύεται επιπολαιότητα ή τιμωρητική διάθεση απέναντι στα εμπλεκόμενα πρόσωπα, αλλά να αφεθεί η δικαιοσύνη να κρίνει. Όπως ανέφερε, η κρίση εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα είναι εμφανής και απαιτεί από όλους σοβαρότητα, υπευθυνότητα και σεβασμό στους θεσμούς, ιδιαίτερα σε μια περίοδο διεθνών προκλήσεων.
Ακολουθεί η συνέντευξη:
«Όλες οι δίκες που έχουν αυτή την έκταση, οι πολυπρόσωπες δίκες όπως έχουμε συνηθίσει να τις λέμε, όπως η δίκη των Τεμπών, είναι δύσκολες στη διαδικασία. Υπάρχουν πολλοί κατηγορούμενοι και πολλοί διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση είναι πολύ περισσότεροι εκείνοι που εκπροσωπούν τα θύματα και φέρουν τη συναισθηματική φόρτιση της υπόθεσης, σε σχέση με τους κατηγορούμενους. Ο αριθμός των διαδίκων πρέπει να φτάνει περίπου τους 250. Συνεπώς, η χώρα μας δεν διαθέτει πάντοτε την κατάλληλη υποδομή για να φιλοξενεί τέτοιες δίκες.
Ας έρθουμε όμως στο προκείμενο. Προετοιμάζεται μία αίθουσα εδώ και τρία χρόνια και όπως έχει γίνει γνωστό, δαπανήθηκε το σημαντικό ποσό του 1,6 εκατομμυρίου ευρώ. Δεν επρόκειτο για κατασκευή από την αρχή, αλλά για υλικοτεχνική διαμόρφωση ενός υφιστάμενου κτιρίου. Ωστόσο, τα πράγματα φαίνεται να έχουν μπερδευτεί.
Ερχόμαστε στην πρώτη ημέρα της δικασίμου. Αυτό που παρακολουθήσαμε ήταν πρωτοφανές, δύο διαφορετικές αίθουσες. Οι δικηγόροι κάθονταν σε ακατάλληλες, θα έλεγα άσεμνες θέσεις, ενώ οι διάδικοι, τα ίδια τα θύματα της υπόθεσης, καλούνταν να παρακολουθήσουν τη διαδικασία από ξεχωριστή αίθουσα. Πρόκειται για απαράδεκτες συνθήκες, πρωτοφανή πράγματα.
Με ξένισε ιδιαίτερα το γεγονός, ότι ο Υπουργός Δικαιοσύνης την προηγούμενη εβδομάδα, προέβαλλε επιχειρήματα υπεράσπισης της κατάστασης που ο ίδιος διαμόρφωσε. Ενώ μάλιστα, ο Πρωθυπουργός παραδέχθηκε ευθέως ότι υπήρξε αστοχία κατά την πρώτη δικάσιμο.
Στη δεύτερη δικάσιμο η κατάσταση δεν διαφοροποιήθηκε ουσιαστικά. Όποιος έχει παρακολουθήσει ποινική δίκη και αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα τέτοιων υποθέσεων, κατανοεί ότι οι άνθρωποι που έχασαν συγγενείς, ή έχουν ακόμη τραυματισμένα μέλη της οικογένειάς τους, δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται με αυτόν τον τρόπο. Η πολιτεία οφείλει να διασφαλίζει τις καλύτερες δυνατές συνθήκες.
Οι εικόνες που παρατηρήθηκαν, εντάσεις, συνωστισμός, συγγενείς να προσπαθούν να εισέλθουν πρώτοι, δικηγόροι σε πρόχειρες θέσεις με ακατάλληλα μέσα, δεν συνάδουν με τη σοβαρότητα μιας τέτοιας διαδικασίας. Η πολιτεία δεν ανταποκρίθηκε όπως όφειλε.
Δεν πρόκειται για ζήτημα χωρητικότητας ή τετραγωνικών, αλλά για θέμα σωστού σχεδιασμού και ενδιαφέροντος. Υπήρξαν στο παρελθόν δίκες με περισσότερους κατηγορουμένους και θύματα, οι οποίες διεξήχθησαν σε μικρότερους χώρους, αλλά με καλύτερη οργάνωση.
Σε όλες τις πολυπρόσωπες δίκες παρατηρούνται αρχικά δυσκολίες. Αυτό συνέβη και σε άλλες υποθέσεις, όπως στη δίκη της Siemens ή στη δίκη Λυγγερίδη. Ωστόσο, με καλή διάθεση από όλες τις πλευρές, δικαστήριο, διαδίκους και πολιτεία, η διαδικασία βρίσκει τον βηματισμό της. Στην προκειμένη περίπτωση, η πολιτεία δείχνει να αντιμετωπίζει τη διαδικασία με προχειρότητα.
Δεδομένου ότι πρόκειται για δίκη που ενδέχεται να διαρκέσει χρόνια, υπάρχει ανησυχία ότι υπό αυτές τις συνθήκες δεν θα εξελιχθεί ομαλά. Αυτό που προβληματίζει περισσότερο είναι ότι, ενώ υπάρχει ήδη ένταση, η πολιτεία δεν λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα, δίνοντας αφορμές για περαιτέρω όξυνση. Η πολιτεία οφείλει να επιτελεί το καθήκον της, όχι κατά βούληση, αλλά ως υποχρέωση.
Δυστυχώς, η ιστορία έχει δείξει ότι σε μεγάλες δίκες δεν αποκαλύπτεται πάντα πλήρως η αλήθεια. Στην παρούσα υπόθεση, το κατηγορητήριο χαρακτηρίζεται από ορισμένους ως ελλιπές, ενώ προκαλεί απορία η απουσία πολιτικών προσώπων. Υπάρχει ο κίνδυνος να περιοριστεί η ευθύνη σε χαμηλότερα επίπεδα, όπως για παράδειγμα στη καταδίκη του σταθμάρχη.
Σας θυμίζω ότι στην μεγαλύτερη δίκη του προηγούμενου αιώνα, η Ελληνική δικαιοσύνη με ειδικό δικαστήριο καταδίκασε τον μόνο αθώο, τον μακαρίτη Δημήτρη Τσοβόλα. Με τα δεδομένα αυτά, υπάρχει επιφυλακτικότητα ως προς το κατά πόσο θα αναδειχθεί η πλήρης αλήθεια στη δίκη των Τεμπών. Ενδέχεται να δοθούν επιμέρους απαντήσεις, όμως το αν θα αποδοθεί συνολικά δικαιοσύνη παραμένει αβέβαιο.
Η πιθανότητα να χαθεί η ουσία της υπόθεσης μέσα στον θόρυβο και την ένταση είναι υπαρκτή και πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη.
Σχετικά με τη βιντεοσκόπηση της δίκης, ισχύει γενική απαγόρευση, εκτός αν δοθεί ειδική άδεια από το δικαστήριο, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση δεν φαίνεται πιθανό. Σε περίπτωση παραβίασης της απαγόρευσης, αρμόδιος να παρέμβει είναι ο Εισαγγελέας. Ωστόσο, αν πρόκειται για πρόσωπο με Βουλευτική ασυλία, τα πράγματα διαφοροποιούνται. Τέτοιες συμπεριφορές, είτε από πολιτικά, είτε από νομικά πρόσωπα, δεν συνάδουν με τη σοβαρότητα της διαδικασίας και δεν συμβάλλουν στην απονομή δικαιοσύνης.
Με ξένισε και το «διάγγελμα» του Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, με την Ελληνική σημαία πίσω του, σε πολύ υψηλό τέμπο και εκφράσεις οι οποίες δεν συνάδουν με δικαστικό λειτουργό. Το ίδιο με ενοχλούν και οι συμπεριφορές που προαναφέρθηκαν από έναν δικηγόρο.
Έχω προσωπική εικόνα από τον νόμο που έφερε η κυβέρνηση Σημίτη την περίοδο που ο πατέρας μου Διονύσιος Γκούσκος ήταν Βουλευτής Ζακύνθου και ήταν αντίθετος με τον νόμο που ήρθε στην Βουλή για την απαγόρευση της μαγνητοσκόπησης των δικών. Ειδικότερα θυμάμαι από εκείνη την κοινοβουλευτική συζήτηση, να θέτει προς την κυβέρνηση την υποχρέωση να περιλάβει εξαίρεση στο εν λόγω νομοθέτημα για τις λεγόμενες ιστορικές δίκες. Διότι τα ντοκουμέντα αυτά στην περίπτωση βιντεοσκόπησης μιας τέτοιας δίκης θα παραμείνουν για τον ιστορικό του μέλλον τους. Αυτή ήταν η
τοποθέτησή του τότε 23 χρόνια πριν και την ασπάζομαι πλήρως.
Όσον αφορά τη δεύτερη δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, πρόκειται για σοβαρή υπόθεση που σχετίζεται με οικονομικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για τους Υπουργούς ισχύει το άρθρο 86 του Συντάγματος και δεν έχει γίνει καν έρευνα για αυτούς.
Σε ότι αφορά συγκεκριμένα τους Υπουργούς, η κυβέρνηση με τον πλέον ωμό και κυνικό τρόπο, καπηλευόμενη το άρθρο 86 του Συντάγματος, λέει ότι εμείς έχουμε την πλειοψηφία και εμείς αποφασίζουμε, διότι όταν το άρθρο 86 λέει ότι αρμόδια για την άσκηση δίωξη είναι η Βουλή με απόλυτη πλειοψηφία, τότε η απάντηση έχει ήδη δοθεί με τον πλέον επίσημο τρόπο. Κυβέρνηση είμαστε εμείς, έχουμε την πλειοψηφία, επομένως δεν παραπέμπουμε.
Για τα υπόλοιπα πρόσωπα, τους εν ενεργεία ή παλαιότερους Βουλευτές, έχει γίνει έρευνα, έχει σταλεί δικογραφία στη Βουλή και ζητείται η άρση της ασυλίας τους και η ασυλία τους πρέπει να αρθεί. Διότι το άρθρο 65 που προβλέπει το ακαταδίωκτο των Βουλευτών, αφορά πράξεις που τελούν με αμιγώς πολιτικό χαρακτήρα. Για τα ποινικά αδικήματα λοιπόν, τα πλημμελήματα και τα κακουργήματα που ερευνά η Ευρωπαία Εισαγγελέας, πρέπει να έρθει η ασυλία τους και να παραπεμφθούν κανονικά στον φυσικό τους δικαστή.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ερευνά πράξεις που ενδέχεται να έχουν προκαλέσει ζημία στα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, όπως απάτη και παραβίαση εμπιστοσύνης. Η διάκριση μεταξύ νόμιμης παρέμβασης και παράνομης ενέργειας εξαρτάται από τη γνώση και την πρόθεση του εμπλεκόμενου προσώπου. Δεν συνιστά απαραίτητα παράνομη πράξη ένα αίτημα εξυπηρέτησης από πολιτικό πρόσωπο. Το νόμιμο αίτημα δεν συνιστά παράνομη πράξη. Ωστόσο, αν υπάρχουν ενδείξεις παράνομης ενέργειας, τότε η υπόθεση λαμβάνει διαφορετική διάσταση. Η έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη και δεν πρέπει να εξαχθούν βιαστικά συμπεράσματα. Η τελική κρίση ανήκει στη δικαιοσύνη.
Υπάρχει πιθανότητα παραγραφής για ορισμένα αδικήματα, αν και μπορεί να δωθεί παράταση υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, όπως η παραπομπή σε δίκη εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Τα πλημμελήματα παραγράφονται στην πενταετία, πλην όμως, εάν παραπεμφθεί το υπαίτιο πρόσωπο σε ακροατήριο εντός της πενταετίας, πάει σε οκταετία. Οι ποινές που ενδέχεται να επιβληθούν, εφόσον αποδειχθούν κακουργηματικές πράξεις, είναι ιδιαίτερα αυστηρές. Ωστόσο, είναι ακόμη νωρίς για ασφαλή συμπεράσματα.
Αυτή τη στιγμή δεν προκύπτουν κακουργήματα μορφής χρηματισμού, δεν προκύπτει δηλαδή ξέπλυμα χρήματος. Φαίνεται να υπάρχει μία απάτη σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κακουργηματικού χαρακτήρα. Να δούμε τι θα επικαλεστούν τα αρμόδια πρόσωπα, δεν πρέπει να κουνάμε το δάχτυλο ως τιμητές των πάντων. Το ότι βγαίνει κάτι στην επιφάνεια, δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι είναι εμπλεκόμενος αυτός που φαίνεται και ότι πρέπει να τον στείλουμε στην κρεμάλα. Η διάκριση μεταξύ νόμιμης παρέμβασης και παράνομης ενέργειας εξαρτάται από τη γνώση και την πρόθεση του εμπλεκόμενου προσώπου.
Διαφαίνεται μια γενικότερη κρίση στο πολιτικό σύστημα, η οποία επηρεάζει συνολικά την κοινωνία. Σε μια περίοδο διεθνών προκλήσεων, είναι αναγκαίο τα εσωτερικά ζητήματα να αντιμετωπίζονται με μεγαλύτερη σοβαρότητα και υπευθυνότητα.»