14 φορές μεγαλύτερος ο κίνδυνος εμφάνισης κρούσματος στη Ζάκυνθο, σε σχέση με την υπόλοιπη Ελλάδα
Φέτος είχαμε 5 κρούσματα με 2 θανάτους και μας λένε πως όλα είναι καλά
Το Παρατηρητήριο δεν θα περιορίζεται στην καταγραφή των κρουσμάτων
Απαιτείται συντονισμός Δήμου και Περιφέρειας – Αποφεύγουν να αναλάβουν την ευθύνη
Να τοποθετηθούν Στασινόπουλος, Τρεπεκλής και Βουλευτής
Παρέμβαση για την προστασία των δανειοληπτών μετά την απόπειρα νομοθετικής ρύθμισης για τα funds
Έντονη κριτική στην απάντηση της Αναπληρώτριας Υπουργού Υγείας, Ειρήνης Αγαπηδάκη, σχετικά με την αντιμετώπιση της λεπτοσπείρωσης και τη δημιουργία ενός Μόνιμου Παρατηρητηρίου, άσκησε ο Αντώνης Κασσιμάτης, μέλος της Οργάνωσης της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης στη Ζάκυνθο, σε συνέντευξη που παραχώρησε στον ραδιοφωνικό σταθμό ΣΤΙΓΜΑ 97,6.
Χαρακτήρισε εξοργιστική τη θέση του Υπουργείου Υγείας, ότι οι υφιστάμενοι μηχανισμοί καλύπτουν επαρκώς και αποτελεσματικά τις ανάγκες, επιμένοντας στην ανάγκη δημιουργίας μόνιμου Παρατηρητηρίου Λεπτοσπείρωσης στην Περιφέρεια Ιονίων Νήσων.
Υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη απάντηση αποτελεί την πρώτη επίσημη τοποθέτηση του Υπουργείου Υγείας για το ζήτημα, καθώς εμπλέκεται στη διαδικασία μέσω του ΕΟΔΥ. «Είναι η πρώτη φορά που επίσημα το Υπουργείο Υγείας λέει πως όλα είναι καλά. Ότι οι υφιστάμενοι μηχανισμοί καλύπτουν επαρκώς και αποτελεσματικά τις ανάγκες», σημείωσε, εκφράζοντας την έντονη διαφωνία του με αυτή την εκτίμηση.
Η τοποθέτηση αυτή έρχεται σε μια χρονιά κατά την οποία η Ζάκυνθος αντιμετώπισε ιδιαίτερα σοβαρό πρόβλημα με τη λεπτοσπείρωση, καθώς το 2026 καταγράφηκαν πέντε κρούσματα και δύο θάνατοι.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στα στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί για τον αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου στα Ιόνια Νησιά. Όπως είπε, η πρόσφατη επιστημονική μελέτη κατέγραψε κίνδυνο 7,5 φορές υψηλότερο σε σχέση με την υπόλοιπη χώρα, ενώ σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλέστηκε το Υπουργείο, σε βάθος εικοσαετίας ο κίνδυνος είναι 14 φορές μεγαλύτερος. Όμως παρά τα δεδομένα αυτά, η απάντηση της Αναπληρώτριας Υπουργού παρουσιάζει μια εικόνα σύμφωνα με την οποία οι υφιστάμενες υπηρεσίες λειτουργούν επαρκώς.
Υπενθύμισε, επίσης, ότι το Περιφερειακό Συμβούλιο είχε ήδη λάβει ομόφωνη απόφαση για το θέμα στα τέλη του 2025, καθώς από τότε είχαν αρχίσει να καταγράφονται προβληματισμοί, συζητήσεις, εκδηλώσεις και περιστατικά που σχετίζονταν με τη λεπτοσπείρωση. «Το Υπουργείο Υγείας βρίσκεται σε μια επικίνδυνη νιρβάνα. Είναι σε μια εικονική πραγματικότητα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Επέμεινε ότι το προτεινόμενο Παρατηρητήριο Λεπτοσπείρωσης δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένας απλός μηχανισμός καταγραφής των περιστατικών, καθώς αυτό ήδη πραγματοποιείται μέσα από τις υφιστάμενες διαδικασίες του ΕΟΔΥ και του Νοσοκομείου. Όπως εξήγησε, ο βασικός σκοπός του Παρατηρητηρίου θα είναι ο σχεδιασμός και ο συντονισμός των παρεμβάσεων που απαιτούνται για την αντιμετώπιση του προβλήματος.
Ειδικότερα, αναφέρθηκε στις δυσκολίες συνεργασίας μεταξύ των δύο βασικών αρμόδιων φορέων, της Περιφέρειας και του Δήμου, επισημαίνοντας ότι στον δημόσιο διάλογο έχουν καταγραφεί επανειλημμένα αντιπαραθέσεις σχετικά με το ποιος έχει την ευθύνη για τις απαραίτητες ενέργειες. Έφερε ως παράδειγμα τις διαφωνίες που έχουν διατυπωθεί για τη μυοκτονία, με τις δύο πλευρές να επιρρίπτουν η μία στην άλλη την ευθύνη για συγκεκριμένες δράσεις, όπως αυτές που αφορούν τα σχολεία και την ύπαιθρο.
Η μέχρι σήμερα εικόνα των εμπλεκόμενων φορέων δεν δείχνει ότι υπάρχει αποτελεσματικός συντονισμός στην αντιμετώπιση του προβλήματος της δημόσιας υγείας. Υπενθύμισε ότι στο παρελθόν έχουν υπάρξει αντιπαραθέσεις σχετικά με το ποιος θα αναλάβει τις σχετικές δαπάνες, ποιος θα διαθέσει τα χρήματα και ποιος θα έχει την ευθύνη υλοποίησης των παρεμβάσεων.
Ωστόσο, έθεσε και ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα, του κατά πόσο ελέγχονται τα αποτελέσματα των μυοκτονιών που πραγματοποιούνται. Όπως ανέφερε, δεν αρκεί να τοποθετείται ποντικοφάρμακο, χωρίς να υπάρχει έλεγχος για το εάν μειώνονται πράγματι οι πληθυσμοί των τρωκτικών και εάν οι παρεμβάσεις οδηγούν σε περιορισμό των κρουσμάτων λεπτοσπείρωσης.
«Τα κρούσματα δεν μειώνονται, το βλέπουμε. Παραμένουν σε πολύ υψηλά επίπεδα διαχρονικά και όσον αφορά τους πληθυσμούς των τρωκτικών, κανένας δεν ξέρει τίποτα. Αυτή είναι η δουλειά του Παρατηρητηρίου», τόνισε.
Αναλύοντας τον τρόπο λειτουργίας που προτείνει για το Παρατηρητήριο, περιέγραψε τρεις βασικούς άξονες. Ο πρώτος αφορά την καταγραφή των κρουσμάτων, ο δεύτερος τον συντονισμό των αρμόδιων υπηρεσιών και φορέων και ο τρίτος την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων των παρεμβάσεων, αλλά και την ενημέρωση των πολιτών.
Στον συντονισμό θα πρέπει να συμμετέχουν η Περιφέρεια, ο Δήμος, οι αρμόδιες υπηρεσίες, οι αγροτικοί συνεταιρισμοί και οι υπόλοιποι εμπλεκόμενοι φορείς. Παράλληλα, το Παρατηρητήριο θα πρέπει να ελέγχει εάν οι μυοκτονίες που πραγματοποιούνται έχουν πραγματικό αποτέλεσμα και εάν περιορίζονται οι πληθυσμοί των τρωκτικών.
Επιπλέον, θα πρέπει να οργανώνει ενημερωτικές δράσεις, ώστε οι πολίτες να γνωρίζουν τους κινδύνους και τα μέτρα προστασίας. Διευκρίνισε ότι δεν προτείνεται η δημιουργία μιας νέας υπηρεσίας με επιπλέον προσωπικό και διοικητική δομή. Αντίθετα, η πρόταση προβλέπει ότι οι ήδη υπάρχουσες υπηρεσίες θα συνεργάζονται μέσα από ένα νέο, θεσμικά συγκροτημένο όργανο, το οποίο θα διαθέτει συγκεκριμένη εποπτεία, διοίκηση και αρμοδιότητες.
Στο σχήμα αυτό θα πρέπει να συμμετέχει ο ΕΟΔΥ, καθώς δεν είναι δυνατόν να λειτουργήσει ένα Παρατηρητήριο για τη λεπτοσπείρωση χωρίς τη συμμετοχή του. Παράλληλα, υπογράμμισε την ανάγκη συνεργασίας με το Πανεπιστήμιο Πατρών, το οποίο πραγματοποιεί μελέτες και έχει ήδη θέσει ζητήματα που αφορούν την αντιμετώπιση της νόσου.
Σε ό,τι αφορά την εποπτεία, υποστήριξε ότι αυτή θα πρέπει να ανήκει στο Υπουργείο Υγείας, το οποίο θα συμμετέχει μέσω του ΕΟΔΥ, αλλά θα μπορεί να εκπροσωπείται και αυτοτελώς στο όργανο. Το ζητούμενο δεν είναι τόσο το τυπικό ζήτημα του ποιος θα αναλάβει την προεδρία, αλλά το ποιος θα έχει την ευθύνη της εποπτείας και του ελέγχου της λειτουργίας του Παρατηρητηρίου.
«Το ζήτημα είναι εξοργιστικό. Βλέποντας όλα αυτά τα επιδημιολογικά στοιχεία, βλέποντας τα κρούσματα που είχαμε και αναγνωρίζοντας το ίδιο το πρόβλημα, να λένε από το Υπουργείο ότι όλα είναι καλά και δεν τρέχει τίποτα», σχολίασε.
Αναφέρθηκε και στην επίσκεψη κλιμακίου του ΕΟΔΥ στη Ζάκυνθο τον περασμένο Απρίλιο, υποστηρίζοντας ότι η παρέμβασή του δεν περιλάμβανε ουσιαστικά κάτι περισσότερο από τις γενικές οδηγίες που υπάρχουν στα ενημερωτικά φυλλάδια για τη λεπτοσπείρωση. Το κλιμάκιο περιορίστηκε στην ενημέρωση για τα μέτρα ατομικής προστασίας, τα οποία ήταν ήδη γνωστά και είχαν παρουσιαστεί στους κατοίκους μέσα από σχετικό ενημερωτικό υλικό.
«Δεν χρειαζόταν να έρθει ο ΕΟΔΥ στη Ζάκυνθο για να μας πει περί των ατομικών μέτρων προφύλαξης», σημείωσε. Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι μόνο τι πρέπει να κάνουν οι πολίτες για να προστατευθούν, αλλά κυρίως ποιες οργανωμένες παρεμβάσεις πραγματοποιούνται από τους αρμόδιους φορείς και ποια αποτελέσματα έχουν.
Επανέλαβε ότι απαιτείται ουσιαστικός έλεγχος των παρεμβάσεων, σημειώνοντας ότι δεν αρκεί να χορηγούνται φάρμακα ή να πραγματοποιούνται εργασίες χωρίς να αξιολογείται εάν έχουν επιτευχθεί τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Κάλεσε τους τοπικούς φορείς να πάρουν δημόσια θέση απέναντι στην απάντηση του Υπουργείου Υγείας. Το Περιφερειακό Συμβούλιο έχει ήδη τοποθετηθεί υπέρ της δημιουργίας Παρατηρητηρίου, επομένως πλέον θα πρέπει να ξεκαθαρίσουν τη στάση τους ο Περιφερειάρχης, ο Δήμαρχος και ο Βουλευτής Ζακύνθου.
Το ερώτημα που έθεσε είναι, εάν οι συγκεκριμένοι εκπρόσωποι συμφωνούν με την κυβερνητική θέση ότι οι υφιστάμενοι μηχανισμοί είναι επαρκείς και ότι δεν χρειάζεται να δημιουργηθεί ένας επιπλέον μηχανισμός συντονισμού και ελέγχου.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην απάντηση της Αναπληρώτριας Υπουργού, τα οποία προέρχονται από την Περιφέρεια Ιονίων Νήσων. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε στο σημείο 8 της σχετικής απάντησης, όπου γίνεται λόγος για τη σύμβαση μυοκτονίας του 2025.
Σύμφωνα με όσα περιέγραψε, υπάρχει υπογεγραμμένη σύμβαση, ανάδοχος που ανέλαβε στις 7 Απριλίου 2025, καθώς και επιτροπή της Περιφέρειας για την παραλαβή και τον έλεγχο καλής εκτέλεσης του προγράμματος μυοκτονίας. Σχολίασε με εμφανή ειρωνική διάθεση ότι, με βάση αυτή την περιγραφή, παρουσιάζεται μια εικόνα σύμφωνα με την οποία όλα λειτουργούν κανονικά.
Ωστόσο, έθεσε το ερώτημα εάν υπάρχει ουσιαστική αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας του προγράμματος και εάν οι αρμόδιοι φορείς είναι διατεθειμένοι να λογοδοτούν για τα αποτελέσματα. Θεωρεί ότι τόσο η Δημοτική όσο και η Περιφερειακή Αρχή, προσπαθούν να αποφύγουν την ανάληψη συγκεκριμένων ευθυνών και την υποχρέωση να παρουσιάσουν έναν συνολικό απολογισμό.
Στο πλαίσιο ενός Παρατηρητηρίου θα πρέπει να καταγράφεται εάν μειώθηκαν οι πληθυσμοί των τρωκτικών, τι συνέβη με τις εστίες μόλυνσης και ποια ήταν τα αποτελέσματα κάθε παρέμβασης. Στάθηκε και στις περιβαλλοντικές εστίες που ευνοούν την ανάπτυξη τρωκτικών, επισημαίνοντας ότι θα πρέπει να ελέγχονται ζητήματα όπως η διαχείριση των απορριμμάτων και τα αποχετευτικά συστήματα.
«Ξέρουμε ότι οι εστίες που αναπτύσσονται απροκάλυπτα, πρέπει και αυτές να ελέγχονται. Δηλαδή, τι γίνεται με τα σκουπίδια, τι γίνεται με τα αποχετευτικά;». Εξέφρασε την προσδοκία να υπάρξει δημόσια τοποθέτηση των τοπικών παραγόντων, οι οποίοι θα πρέπει να ξεκαθαρίσουν εάν συμφωνούν ή διαφωνούν με τη θέση της κυβέρνησης. «Περιμένω να βγει ο Δήμαρχος, ο Αντιπεριφερειάρχης και ο Βουλευτής, να πουν ότι εμείς διαφωνούμε με την κυβέρνηση και θέλουμε να γίνει το Παρατηρητήριο», σημείωσε.
Πρόσθεσε ότι το ζήτημα της δημόσιας υγείας στο νησί απαιτεί πολύ σοβαρότερη αντιμετώπιση και δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια αντιπαράθεση για το ποιος φορέας έχει την αρμοδιότητα. Απαντώντας στο ερώτημα, εάν η πρόταση για τη δημιουργία Μόνιμου Παρατηρητηρίου Λεπτοσπείρωσης αφορά αποκλειστικά τη Ζάκυνθο ή ολόκληρη την Περιφέρεια Ιονίων Νήσων, διευκρίνισε ότι ζητείται η δημιουργία του σε περιφερειακό επίπεδο.
Όπως εξήγησε, το Παρατηρητήριο θα καλύπτει όλα τα Ιόνια Νησιά και θα διαθέτει τοπικές επιτροπές, οι οποίες θα συγκροτούνται από τους εμπλεκόμενους φορείς κάθε περιοχής. Επισήμανε ότι και η Κέρκυρα αντιμετωπίζει προβλήματα με τη λεπτοσπείρωση, όπως προκύπτει και από τη σχετική απάντηση της Αναπληρώτριας Υπουργού, αλλά η Ζάκυνθος παραμένει το πιο επιβαρυμένο νησί.
Στο τελευταίο μέρος της συνέντευξης, αναφέρθηκε σε ένα ακόμη ζήτημα της κεντρικής πολιτικής επικαιρότητας, το οποίο αφορά χιλιάδες δανειολήπτες και ιδιαίτερα όσους έχουν οφειλές που έχουν καταστεί «κόκκινες». Συγκεκριμένα, άσκησε κριτική στην κυβερνητική απόπειρα να προωθήσει τροπολογία μέσω του άρθρου 23, η οποία θα έδινε τη δυνατότητα στα funds και στους servicers να μετατρέπουν τις συμβάσεις ρύθμισης οφειλών σε εκτελεστούς τίτλους.
Με την προτεινόμενη ρύθμιση, σε περίπτωση που ένας δανειολήπτης δεν ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις του, θα μπορούσαν να ξεκινήσουν διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης, ακόμη και πλειστηριασμοί, χωρίς να προηγηθεί δικαστική διαδικασία ή έκδοση διαταγής πληρωμής.
Υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη προσπάθεια έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία έχει ήδη καταργηθεί το προηγούμενο πλαίσιο προστασίας της πρώτης κατοικίας και της επαγγελματικής στέγης, μετά τον νέο πτωχευτικό νόμο του 2022. Σημείωσε ότι πλέον δεν υπάρχουν τα ίδια κριτήρια προστασίας και ότι πολλοί δανειολήπτες βρίσκονται αντιμέτωποι με τον κίνδυνο απώλειας περιουσιακών στοιχείων, κατοικιών και επαγγελματικών χώρων.
Όπως ανέφερε, η κυβερνητική πρόταση ουσιαστικά θα επέτρεπε στα funds και στους servicers να προχωρούν σε πλειστηριασμούς με βάση ένα έγγραφο που είχε υπογράψει ο δανειολήπτης στο πλαίσιο της ρύθμισης των οφειλών του.
Η κυβέρνηση αναγκάστηκε να αποσύρει τη συγκεκριμένη διάταξη έπειτα από τις αντιδράσεις που προκλήθηκαν τόσο από τα κόμματα της αντιπολίτευσης όσο και από τους Δικηγορικούς συλλόγους. Τόνισε όμως, ότι η απόσυρση της τροπολογίας δεν σημαίνει πως έχει λυθεί το συνολικό πρόβλημα της προστασίας των δανειοληπτών.
«Το πήρε πίσω η κυβέρνηση, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει ανοιχτό το ζήτημα στο πώς θα προστατευθούν μακροχρόνια οι δανειολήπτες», ανέφερε.
Παράλληλα, εξέφρασε την ανησυχία ότι η απόσυρση μπορεί να συνδέεται με την προεκλογική περίοδο και ότι υπάρχει ενδεχόμενο η συγκεκριμένη ρύθμιση να επανέλθει στο μέλλον. Χαρακτήρισε σημαντική τη νίκη που επιτεύχθηκε μετά τις αντιδράσεις, επισημαίνοντας, ότι θα πρέπει να αποδειχθεί πως δεν επρόκειτο απλώς για έναν προσωρινό πολιτικό ελιγμό.
Καταλήγοντας, υποστήριξε ότι το ζήτημα της προστασίας των δανειοληπτών παραμένει ιδιαίτερα σοβαρό, καθώς έχει καταργηθεί κάθε προηγούμενη προστασία από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Εκτίμησε, ότι η συγκεκριμένη νομοθετική πρωτοβουλία ανέδειξε τους σχεδιασμούς που υπάρχουν για την ενίσχυση των δυνατοτήτων των funds και των servicers απέναντι σε ανθρώπους που έχουν «κοκκινίσει» τα δάνειά τους και αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τις οφειλές τους για διάφορους λόγους.