Γρηγόρης Στεργιούλης: Ας προετοιμαστούμε για μια παρατεταμένη περίοδο ενεργειακής κρίσης
Τρ 17/03/2026
• Από τα Στενά του Ορμούζ διέρχονται 20 έως 25 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως.
• Η τιμή του πετρελαίου θα κινηθεί γύρω στα 100 δολάρια το βαρέλι.
• Αύξηση τιμών των ορυκτών καυσίμων στην ήδη υπάρχουσα ακρίβεια.
• Διαμορφώνεται ένα ντόμινο εξελίξεων με ακρίβεια και ελλείψεις στην αγορά.
• Αύξηση του πληθωρισμού κατά 1% έως 1,5% επιπλέον. Επηρεάζεται έντονα ο τουριστικός τομέας.
Ο Γρηγόρης Στεργιούλης, πρώην Διευθύνων Σύμβουλος των ΕΛΠΕ, σε συνέντευξή του στον ΣΤΙΓΜΑ 97,6, αναλύει την παγκόσμια ενεργειακή αστάθεια, τις επιπτώσεις στην Ελληνική οικονομία και προειδοποιεί για μια μακρά περίοδο αυξημένων τιμών και πληθωρισμού.
Η ένταση στη Μέση Ανατολή δημιουργεί νέα δεδομένα στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας, προκαλώντας ένα κύμα αναστάτωσης και έντονης μεταβλητότητας στις τιμές του πετρελαίου. Η παγκόσμια ημερήσια κατανάλωση πετρελαίου ανέρχεται σε περίπου 105 εκατομμύρια βαρέλια, ενώ από τα Στενά του Ορμούζ διέρχονται 20 έως 25 εκατομμύρια ημερησίως, δηλαδή περίπου το 20% της συνολικής κατανάλωσης.
Όπως σημείωσε, η προσφορά και η ζήτηση βρίσκονταν μέχρι πρότινος σε ισορροπία, όμως η απώλεια αυτού του ποσοστού δημιουργεί αναστάτωση στις διεθνείς αγορές. Οι χώρες του OPEC και άλλοι παραγωγοί αδυνατούν να καλύψουν τα κενά, γεγονός που οδηγεί σε συνεχή άνοδο των τιμών.
Με βάση τα σημερινά δεδομένα, οι τιμές που κυμαίνονταν στα 75 με 77 δολάρια το βαρέλι έχουν πλέον υπερβεί τα 95 δολάρια. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι, εφόσον δεν υπάρξουν πλήγματα σε μεγάλες ενεργειακές εγκαταστάσεις, το εύρος τιμών θα διαμορφωθεί μεταξύ 80 και 120 δολαρίων το βαρέλι.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η σύγκρουση στην Ουκρανία πλήττει κυρίως το φυσικό αέριο, ενώ το Ιράν, με μεγάλη συγκέντρωση υποδομών πέριξ των Στενών του Ορμούζ, δεν έχει δεχθεί επιθέσεις σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, κάτι που δείχνει ότι οι εμπλεκόμενοι προσπαθούν να αποφύγουν ένα παγκόσμιο ενεργειακό σοκ.
Στην αύξηση των τιμών των ορυκτών καυσίμων προστίθενται και οι επιπτώσεις στα λιπάσματα, καθώς μεγάλες ποσότητες διοχετεύονται μέσω των Στενών του Ορμούζ. Το θείο, παραπροϊόν του πετρελαίου, αποτελεί βασικό συστατικό των λιπασμάτων και επηρεάζει σημαντικά την Ελληνική αγορά. Η αλυσίδα αυτή προκαλεί επιβάρυνση στην παραγωγή και στα τρόφιμα, τροφοδοτώντας νέες πιέσεις στην ακρίβεια.
Η τιμή της βενζίνης έχει ξεπεράσει τα 2 ευρώ το λίτρο, ενώ η παγκόσμια αγορά ορυκτών καυσίμων αντέδρασε με καθυστέρηση. Όπως σημείωσε, απελευθερώθηκαν περίπου 400 εκατομμύρια βαρέλια από τα στρατηγικά αποθέματα, ποσότητα που αντιστοιχεί μόλις σε 20 ημέρες κάλυψης ελλείψεων. Παράλληλοι χρονικοί ορίζοντες συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή δείχνουν ότι πρόκειται για υπολογισμένες κινήσεις, βάσει διαθέσιμων αποθεμάτων.
Για την Ελλάδα, τα βασικά εργαλεία αντιμετώπισης είναι τα αποθέματα ασφαλείας, που καλύπτουν περίπου 90 ημέρες, αλλά δεν έχουν χρησιμοποιηθεί ακόμη, καθώς και η φορολόγηση των υπερκερδών των εταιρειών διύλισης και εμπορίας. Παράλληλα, υπάρχει η συζήτηση για τη φορολογία στα καύσιμα, με το μέτρο του fuel pass να λειτουργεί στοχευμένα αλλά να δημιουργεί ζητήματα ισότητας στην αγορά.
Οι αυξήσεις των τιμών πλήττουν ιδιαίτερα τον τουρισμό, τις μεταφορές και τις επιχειρήσεις που είχαν συνάψει συμφωνίες πριν την κρίση. Εκτιμά ότι οι επιπτώσεις αυτές μπορεί να αυξήσουν τον πληθωρισμό κατά 1% έως 1,5%. Προειδοποιεί επίσης ότι η χώρα βρίσκεται μπροστά σε μια παρατεταμένη περίοδο ενεργειακής κρίσης.
Στην προμήθεια αργού πετρελαίου συζητείται η πιθανότητα εισαγωγής Ρωσικού πετρελαίου, ενώ οι έρευνες για υδρογονάνθρακες στην Ελλάδα παραμένουν στάσιμες. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την εξάρτηση της χώρας κατά 70% από ορυκτά καύσιμα, εντείνει τις πιέσεις στην οικονομία και στους πολίτες. Από τα 2 ευρώ που κοστίζει σήμερα η βενζίνη, περίπου 1,3 ευρώ είναι φόροι, με τα έσοδα του κράτους να ανέρχονται σε 5 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως.
Η υπερσυγκέντρωση πρατηρίων καυσίμων και η υψηλή φορολόγηση συμβάλλουν σε φαινόμενα νοθείας και λαθρεμπορίου, ενώ η αγορά λειτουργεί με γρήγορα αντανακλαστικά κέρδους και ελλιπείς ελέγχους. Σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, τα έσοδα από τα καύσιμα δεν αποτελούν κύρια πηγή, σε αντίθεση με την Ελλάδα, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο φαινομένων ενεργειακής φτώχειας.
Ο κ. Στεργιούλης υπογραμμίζει ότι η ενεργειακή μετάβαση έως το 2050 απαιτεί τεράστιους πόρους και σωστό σχεδιασμό. Η χώρα οφείλει να διασφαλίσει πολλαπλές πηγές προμήθειας, να αξιοποιήσει τα αποθέματα ασφαλείας, να επανεκκινήσει τις έρευνες υδρογονανθράκων και να αναθεωρήσει το φορολογικό πλαίσιο, με στόχο τη σταθερότητα και τη βιώσιμη ανάπτυξη.
Η ενεργειακή κρίση αναδεικνύει τα όρια των παγκόσμιων αγορών και τη μεγάλη ευαλωτότητα της Ελλάδας σε εξωτερικούς κραδασμούς. Όπως τονίζει, η προετοιμασία, η πολυπλοκότητα των εξελίξεων και η σωστή διαχείριση αποθεμάτων και φορολογίας θα καθορίσουν το πόσο ανθεκτική θα αποδειχθεί η Ελληνική οικονομία τα επόμενα χρόνια.