Στη Βουλή το πρόβλημα ύδρευσης στα ορεινά χωριά – παρακολουθούμε τις εξελίξεις με το πόρισμα
Μόλις το 7% του νερού της βροχής αξιοποιείται στο νησί
Κριτική στην πολιτική διαχείρισης των υδάτινων πόρων και στα οικονομικά συμφέροντα
Όχι στην αφαλάτωση ως λύση για τη Ζάκυνθο λόγω κόστους και συντήρησης
Ανάγκη για σύγχρονα δίκτυα, συγκέντρωση βρόχινου νερού και εμπλουτισμό του υδροφόρου ορίζοντα
Ο Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος του ΚΚΕ, Νίκος Καραθανασόπουλος, σε συνέντευξη που παραχώρησε στον ραδιοφωνικό σταθμό ΣΤΙΓΜΑ 97,6, προαναγγέλλει ερώτηση στη Βουλή για την ύδρευση των ορεινών χωριών, ζητώντας ολοκληρωμένη διαχείριση των υδάτων, σύγχρονα δίκτυα και αντιμετώπιση των απωλειών, με το νερό ως κοινωνικό αγαθό και όχι ως εμπόρευμα.
Όπως αρχικά σημείωσε, τις επόμενες ημέρες θα κατατεθεί σχετική ερώτηση στους αρμόδιους Υπουργούς και μετά τις απαντήσεις που θα λάβει, θα εξεταστούν οι επόμενες κοινοβουλευτικές πρωτοβουλίες του κόμματος. Παράλληλα είπε, ότι παρακολουθεί τις εξελίξεις με τον αγωγό ύδρευσης των ορεινών, σε σχέση με τον έλεγχο και τα πορίσματα της Διαχειριστικής Αρχής.
Χαρακτήρισε το ζήτημα της ύδρευσης των ορεινών χωριών ως ένα οξυμένο πρόβλημα, το οποίο μπορεί να βελτιωθεί σε έναν βαθμό μέσα από συγκεκριμένες παρεμβάσεις. Ωστόσο, διευκρίνισε ότι η αντιμετώπισή του αποτελεί μόνο ένα μέρος του συνολικότερου προβλήματος που καταγράφεται στη Ζάκυνθο, αλλά και σε άλλα νησιά και περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας.
Στάθηκε στην αντίφαση που, όπως είπε, χαρακτηρίζει τη σημερινή κατάσταση στο νησί. «Τρεις αιώνες πριν οι Ενετοί, με τις τότε δυνατότητες, έκαναν μια σειρά από σημαντικά αντιστραγγιστικά, αρδευτικά και αντιπλημμυρικά έργα, ενώ σήμερα βιώνουμε μια κατάσταση κατά την οποία όταν βρέχει, πνίγεται ένα τμήμα του νησιού και μετά δεν έχει πόσιμο νερό».
Όπως υποστήριξε, η κατάσταση αυτή δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι αδύνατο να αντιμετωπιστεί, αλλά ότι δεν έχει αποτελέσει προτεραιότητα για το κράτος, τις κυβερνήσεις των προηγούμενων δεκαετιών, καθώς και την τοπική και περιφερειακή διοίκηση. Περιέγραψε την εικόνα που επικρατεί σήμερα στο νησί, επισημαίνοντας ότι οι κάτοικοι αναγκάζονται να καλύπτουν τις ανάγκες τους σε πόσιμο νερό με εμφιαλωμένα, καθώς το νερό του δικτύου δεν είναι πόσιμο.
Έκανε λόγο για απαρχαιωμένο και ακατάλληλο δίκτυο μεταφοράς ακόμη και αυτού του νερού, το οποίο πληρώνουν οι κάτοικοι. Επισήμανε μάλιστα, ότι η οικονομική επιβάρυνση είναι διπλή, καθώς οι πολίτες καλούνται να πληρώνουν τόσο για το νερό του δικτύου, όσο και για το εμφιαλωμένο που χρειάζονται για τις καθημερινές τους ανάγκες.
«Πρέπει να υπάρξει μια συνολικότερη αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης, γιατί, με βάση και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα λαϊκά στρώματα, δεν μπορεί να λένε το νερό νεράκι», τόνισε χαρακτηριστικά.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στους καλοκαιρινούς μήνες, όταν οι ανάγκες σε νερό αυξάνονται σημαντικά λόγω του μεγάλου αριθμού τουριστών που επισκέπτονται το νησί. Στο πλαίσιο αυτό, έθεσε το ζήτημα της ανεξέλεγκτης ανάπτυξης πισινών σε βίλες και ξενοδοχεία, υποστηρίζοντας ότι δεν λαμβάνονται τα απαραίτητα μέτρα. Υποστήριξε ότι υπάρχουν οικονομικά συμφέροντα που ευνοούνται από τη διατήρηση της σημερινής κατάστασης, καθώς ορισμένες εταιρείες αποκομίζουν κέρδη από αυτή τη διαδικασία.
Εκτίμησε ότι η κατάσταση θα επιδεινωθεί το επόμενο διάστημα, αποδίδοντας σημαντικό μέρος του προβλήματος στην πολιτική που εφαρμόζεται για τη διαχείριση και αξιοποίηση των υδάτινων πόρων. Όπως ανέφερε, η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης οδηγεί στην περαιτέρω εμπορευματοποίηση του νερού, καθώς δίνεται έμφαση στην εξοικονόμησή του και όχι στον εμπλουτισμό των υδάτινων αποθεμάτων.
Στο πλαίσιο αυτό, υπογράμμισε ότι στη Ζάκυνθο αξιοποιείται μόλις το 7% του νερού που προέρχεται από τις βροχοπτώσεις. «Αν υπήρχαν τα αντίστοιχα έργα συγκέντρωσης αυτού του νερού και αξιοποιούνταν, για παράδειγμα, το 30%, θα είχαμε τουλάχιστον τριπλασιασμό της ποσότητας των υδάτων που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν». Σύμφωνα με τον ίδιο, η συγκέντρωση και αξιοποίηση του βρόχινου νερού θα μπορούσε να αυξήσει σημαντικά τα διαθέσιμα αποθέματα, ενώ παράλληλα θα συνέβαλλε στον εμπλουτισμό του υπόγειου υδροφόρου ορίζοντα.
Αναφερόμενος στην πρόταση της αφαλάτωσης, την οποία ορισμένοι έχουν θέσει ως πιθανή λύση για την αντιμετώπιση του προβλήματος, διευκρίνισε ότι πρόκειται για μια τεχνική που θα μπορούσε να εξεταστεί υπό διαφορετικές συνθήκες, κυρίως σε άνυδρες περιοχές του Αιγαίου. Ωστόσο, για το Ιόνιο και δη τη Ζάκυνθο, όπου υπάρχουν πολλές βροχοπτώσεις, δεν δικαιολογείται η επιλογή της συγκεκριμένης λύσης ως βασικής προτεραιότητας.
Όπως εξήγησε, το νερό που παράγεται μέσω αφαλάτωσης είναι ιδιαίτερα ακριβό λόγω της μεγάλης ενεργειακής δαπάνης, ενώ υψηλό είναι και το κόστος συντήρησης των εγκαταστάσεων. Ως παράδειγμα ανέφερε το εργοστάσιο αφαλάτωσης στο Φισκάρδο της Κεφαλονιάς, υποστηρίζοντας ότι λόγω προβλημάτων συντήρησης, παράγει πλέον πολύ ακριβό και ακατάλληλο νερό.
Παράλληλα, έθεσε το ερώτημα πώς θα μπορούσε να αξιοποιηθεί αποτελεσματικά μια τέτοια εγκατάσταση, εφόσον η τοποθεσία στην οποία προτείνεται να κατασκευαστεί βρίσκεται εκτός δικτύου ύδρευσης. «Θα μεταφέρεται δηλαδή αυτό το νερό με βυτιοφόρα;» διερωτήθηκε, χαρακτηρίζοντας παραλογισμό την επιλογή μιας ακριβής λύσης, όταν μπορούν να προηγηθούν απλούστερα έργα αξιοποίησης των διαθέσιμων υδάτινων πόρων.
Ως βασική προτεραιότητα έθεσε τη συγκέντρωση μεγαλύτερων ποσοτήτων νερού, τον εμπλουτισμό του υπόγειου υδροφόρου ορίζοντα και τη δημιουργία σύγχρονων αγωγών ύδρευσης. Η αξιοποίηση των υδάτινων πόρων θα μπορούσε να συμβάλει τόσο στην ύδρευση όσο και στην άρδευση της περιοχής. Παράλληλα, αναφέρθηκε στο πρόβλημα της υφαλμύρωσης του νερού, το οποίο συνδέεται με την κατάσταση του υπόγειου υδροφόρου ορίζοντα.
Ειδική αναφορά έκανε και στις ελλείψεις του υφιστάμενου δικτύου, σημειώνοντας ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν διαρροές και προβλήματα στις σωληνώσεις, την ώρα που οι ανάγκες σε νερό παραμένουν μεγάλες. Μάλιστα, υπενθύμισε και το περιστατικό εισροής πετρελαίου στο δίκτυο ύδρευσης, επισημαίνοντας ότι το ζήτημα απαιτεί συνολικό σχεδιασμό και όχι αποσπασματικές παρεμβάσεις.
Στο ερώτημα αν ο Δήμος διαθέτει την οικονομική δυνατότητα να χρηματοδοτήσει ένα τόσο μεγάλο έργο, συμφώνησε ότι απαιτείται κρατική στήριξη. Τόνισε ωστόσο, ότι ο Δήμος πρέπει να αναδεικνύει καθημερινά το πρόβλημα και να διεκδικεί την ένταξη των αναγκαίων παρεμβάσεων σε χρηματοδοτικά προγράμματα.
«Αν δεν είναι προτεραιότητα του Δήμου να αντιμετωπίσει αυτό το μεγάλο πρόβλημα και δεν το αναδεικνύει καθημερινά, μέσα από τη δράση και την παρέμβασή του, για να ενταχθεί ένα τέτοιο μεγάλο έργο στη χρηματοδότηση, τότε δεν μπορεί να ενταχθεί ποτέ», υπογράμμισε.
Αναφέρθηκε επίσης, στις σημαντικές απώλειες νερού από το δίκτυο, οι οποίες, όπως ειπώθηκε στη συνέντευξη, υπολογίζονται σε ποσοστό άνω του 40%. Η αντικατάσταση των αγωγών ύδρευσης θα μπορούσε να περιορίσει αυτές τις απώλειες. Σε συνδυασμό με την αξιοποίηση του βρόχινου νερού και τον εμπλουτισμό του υδροφόρου ορίζοντα, εκτίμησε ότι θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα χωρίς να χρειαστεί να καταφύγει η περιοχή σε δαπανηρές λύσεις, όπως η αφαλάτωση.
Υπογράμμισε ότι απαιτείται διαφορετική συνολική προσέγγιση στη διαχείριση των υδάτινων πόρων, με βασική αρχή ότι το νερό δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως εμπόρευμα. «Δεν πρέπει να είναι εμπόριο, πρέπει να είναι κοινωνικό αγαθό και πρέπει αυτή η υπόθεση να είναι δημόσια υπόθεση».
Στη συνέχεια, συνέδεσε τη θέση αυτή με την ανάγκη μιας διαφορετικής οικονομικής κατάστασης και κοινωνικής οργάνωσης, την οποία προσδιόρισε ως σοσιαλισμό. Παράλληλα, διευκρίνισε ότι και στις σημερινές συνθήκες μπορεί να τεθεί ως στόχος η ολοκληρωμένη διαχείριση των υδάτων.
Όπως εξήγησε, αυτό προϋποθέτει μελέτη των υδρομορφολογικών συνθηκών της Ζακύνθου, με έμφαση στην εξοικονόμηση νερού, στη δημιουργία νέων δικτύων και στον εμπλουτισμό του υδροφόρου ορίζοντα μέσω της συγκέντρωσης του βρόχινου νερού.
«Αυτή μπορεί να είναι η λύση, η οποία θα διασφαλίσει και την ικανοποίηση των αναγκών, αλλά και την ύπαρξη καθαρού νερού», κατέληξε, επισημαίνοντας ότι μια τέτοια πολιτική έρχεται σε σύγκρουση με επιχειρηματικά συμφέροντα.