Η κυβέρνηση συμπεριφέρεται στους αγρότες λες και είναι σκλαβάκια
Δεν υπάρχει σταθερή αγροτική πολιτική – Έχουν αλλάξει επτά Υπουργοί τα τελευταία 6 χρόνια
Μας έχουν κλέψει τουλάχιστον τις μισές επιδοτήσεις
Χωράφια που αναγνωρίζονται από τον ΕΛΓΑ, «εξαφανίζονται» όταν έρχεται η ώρα της επιδότησης
Τραγικό να καθορίζει την τιμή του ελαιολάδου η Ισπανία και όχι η Ελλάδα
Αν δεν έχουμε επισιτιστική ασφάλεια, θα είμαστε αποικία μιας άλλης χώρας
Ο Τομεάρχης Αγροτικής Πολιτικής της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, Θωμάς Μόσχος, μιλά στον ΣΤΙΓΜΑ 97,6 για το κόστος παραγωγής, τις επιδοτήσεις, τους Συνεταιρισμούς και τα προβλήματα του αγροτικού κόσμου, ενώ στέλνει μήνυμα στους αγρότες της Ζακύνθου που οδηγούνται σε δίκη για κινητοποιήσεις του 2022.
Αναφερόμενος στην κατάσταση που επικρατεί σήμερα στον πρωτογενή τομέα, υπογράμμισε ότι η φετινή χρονιά είναι ιδιαίτερα δύσκολη για όλες τις καλλιέργειες. «Δεν υπάρχει πλέον προϊόν στην Ελλάδα που να το παράγει κάποιος και να είναι ευχαριστημένος», τόνισε, επισημαίνοντας ότι το κόστος έχει αυξηθεί σε όλους τους τομείς, συμπεριλαμβανομένων των εργατικών.
Την ίδια στιγμή, παρατηρείται το φαινόμενο οι τιμές να αυξάνονται για τον καταναλωτή, ενώ για τον παραγωγό να μειώνονται. Το γεγονός αυτό, δημιουργεί σοβαρά προβλήματα και αναδεικνύει την ανάγκη προστασίας των αγροτών από τις πιέσεις που δέχονται στην αγορά.
Σημείωσε ότι οι παραγωγοί μπορούν να προστατευθούν με δύο βασικούς τρόπους. Συμμετέχοντας σε συνεταιρισμούς και επενδύοντας στη μεταποίηση των προϊόντων τους.
Όπως εξήγησε, οι συνεταιρισμοί θα πρέπει να ενισχυθούν και να μεγαλώσουν, με στόχο να φτάσουν στο σημείο να δημιουργηθεί ένας εθνικός συνεταιρισμός για κάθε προϊόν. Με αυτόν τον τρόπο, οι παραγωγοί θα μπορούν να διαπραγματεύονται αποτελεσματικότερα τις τιμές και να διασφαλίζουν ότι αυτές θα βρίσκονται πάνω από το κόστος παραγωγής. Παράλληλα, υποστήριξε ότι οι αγρότες μπορούν να επενδύσουν στη μεταποίηση, αναλαμβάνοντας οι ίδιοι μεγαλύτερο μέρος της διαδικασίας και επιχειρώντας να διαθέσουν τα προϊόντα τους στο εξωτερικό.
Ωστόσο, ξεκαθάρισε ότι η ευθύνη για τη συγκράτηση των τιμών και την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς ανήκει στο κράτος και όχι στον ίδιο τον παραγωγό. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα της απόστασης ανάμεσα στις τιμές παραγωγού και στις τιμές λιανικής, συζητήθηκε η περίπτωση του ελαιολάδου. Ενώ η τιμή που αναμένεται να λάβει ο παραγωγός εκτιμάται κοντά στα τρία ευρώ, στο σούπερ μάρκετ το προϊόν μπορεί να πωλείται προς οκτώ ευρώ.
Έθεσε το ζήτημα, για το πώς διαμορφώνεται αυτή η διαφορά και ποιοι έλεγχοι πραγματοποιούνται στους μεσάζοντες που παρεμβάλλονται από την παραγωγή έως το ράφι. Το κράτος θα πρέπει να διαθέτει ανεξάρτητη αρχή και παρατηρητήριο τιμών που να λειτουργούν αποτελεσματικά, ώστε να ελέγχεται η διαδρομή των προϊόντων και ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώνονται οι τιμές.
Για να εξηγήσει την πρότασή του, έφερε ως παράδειγμα την αγορά της πατάτας. Όπως ανέφερε, οι ελεγκτικοί μηχανισμοί θα πρέπει να εξετάζουν πόσους τόνους έχει αγοράσει ένας έμπορος από την εγχώρια αγορά, πόσους έχει εισαγάγει από το εξωτερικό και σε ποια τιμή αγόρασε την Ελληνική πατάτα. Θα πρέπει να υπάρχουν πρόστιμα και ουσιαστική εποπτεία της αγοράς, ώστε να περιορίζονται φαινόμενα που επιβαρύνουν τους παραγωγούς και τους καταναλωτές.
Αναφερόμενος στη λειτουργία των σούπερ μάρκετ, διευκρίνισε ότι αυτά δεν λειτουργούν ακριβώς ως καρτέλ. Τα σούπερ μάρκετ επιδιώκουν συγκεκριμένα περιθώρια κέρδους, αλλά ταυτόχρονα απαιτούν συνέπεια και μεγάλες ποσότητες προϊόντων.
Στη συνέχεια, αναδείχθηκε και το ζήτημα της προέλευσης, της ποιότητας και της επισήμανσης του εισαγόμενου ελαιολάδου, καθώς παραγωγοί υποστηρίζουν ότι υπάρχουν περιπτώσεις προϊόντων που παρουσιάζονται ως Ελληνικά, ενώ δεν είναι. Ο ίδιος, εκτίμησε ότι η Ελλάδα έχει μείνει πολύ πίσω στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν η εφοδιαστική αλυσίδα και οι αγορές.
Υπογράμμισε ότι μεγάλο ποσοστό του Ελληνικού ελαιολάδου, κοντά στο 70%, φεύγει στο εξωτερικό χύμα, χωρίς να μεταποιείται ή να τυποποιείται στην Ελλάδα. Αυτό σημαίνει ότι η χώρα χάνει την υπεραξία του προϊόντος. «Θεωρώ ότι είναι τραγικό να καθορίζει την τιμή του ελαιολάδου η Ισπανία και όχι η Ελλάδα», σημείωσε, αναδεικνύοντας την ανάγκη ενίσχυσης της μεταποίησης και της τυποποίησης εντός της χώρας.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στα κόκκινα δάνεια των αγροτικών συνεταιρισμών, τα οποία αποτελούν σημαντικό πρόβλημα σε πανελλαδικό επίπεδο. Υποστήριξε ότι οι συνεταιρισμοί πρέπει να στηριχθούν όσο το δυνατόν περισσότερο και να προχωρήσουν σε συγχωνεύσεις, με στόχο τη δημιουργία εθνικών συνεταιριστικών σχημάτων ανά προϊόν.
Ως παράδειγμα ανέφερε το μοντέλο της Σκανδιναβίας, όπου οι παραγωγοί απευθύνονται στον διευθυντή του συνεταιρισμού και καθορίζουν την τιμή στην οποία επιθυμούν να διαθέσουν το προϊόν τους. «Στη Σκανδιναβία πηγαίνουν οι παραγωγοί και λένε στον διευθυντή του συνεταιρισμού, ότι θέλουν πέντε ευρώ τιμή και πάνω. Δεν υπάρχει πέντε και κάτω, δεν το διανοείται κανένας».
Όπως εξήγησε, όταν ένας εθνικός συνεταιρισμός ελέγχει το 90% ενός προϊόντος, αποκτά ισχυρή διαπραγματευτική θέση και μπορεί να επηρεάζει καθοριστικά την τιμή. Το 90% των τροφίμων παράγεται από μικρούς παραγωγούς. Όταν το κόστος ενός προϊόντος ανέρχεται για παράδειγμα, στα 90 λεπτά το κιλό, η βιομηχανία μπορεί να πληρώνει περίπου 1 με 1,10 ευρώ, ώστε ο μικρός παραγωγός να παραμένει βιώσιμος και να συνεχίζει να προμηθεύει την αγορά με πρώτη ύλη.
Αντίθετα, οι μεγαλύτερες παραγωγικές μονάδες, οι οποίες αντιπροσωπεύουν το υπόλοιπο 10%, επωφελούνται από το χαμηλότερο κόστος παραγωγής και αποκομίζουν μεγαλύτερα κέρδη. Με βάση αυτή την προσέγγιση, υποστήριξε ότι η τιμή διαμορφώνεται ουσιαστικά με γνώμονα το κόστος του μικρού παραγωγού και όχι του μεγάλου.
Ερωτηθείς για τα άμεσα μέτρα που θα μπορούσαν να στηρίξουν τον αγροτικό κόσμο, ιεράρχησε τρεις βασικές προτεραιότητες. Την ορθή καταβολή των επιδοτήσεων, την ενίσχυση των καλλιεργειών που αντιμετωπίζουν προβλήματα βιωσιμότητας και τη διαμόρφωση μιας σταθερής, μακροχρόνιας αγροτικής πολιτικής.
Πρώτο ζήτημα, είναι να σταματήσει η καταβολή επιδοτήσεων σε όσους δεν τις δικαιούνται και να διασφαλιστεί ότι τα χρήματα θα φτάνουν στους πραγματικούς παραγωγούς. Ένα μεγάλο μέρος των επιδοτήσεων έχει χαθεί εξαιτίας καταχρήσεων και παρατυπιών, με αποτέλεσμα οι αγρότες να λαμβάνουν μικρότερα ποσά από αυτά που θα μπορούσαν να τους αναλογούν.
Παράλληλα, άσκησε κριτική στη συμπεριφορά κυβερνητικών στελεχών απέναντι στους αγρότες, υποστηρίζοντας ότι συχνά αντιμετωπίζουν απαξιωτικά το επάγγελμα και τους ίδιους τους παραγωγούς. «Μας συμπεριφέρονται λες και είμαστε σκλαβάκια. Μας παίρνουν τα λεφτά με το έτσι θέλω, μας λένε καθίστε εκεί και μη μιλάτε. Και πολύ σας είναι που σας πληρώνουμε».
Η πρώτη κατά συνέπεια προτεραιότητα, είναι να διασφαλιστεί ότι οι επιδοτήσεις καταβάλλονται στους ανθρώπους που πραγματικά τις δικαιούνται. Δεύτερη προτεραιότητα είναι η στήριξη των καλλιεργειών που αντιμετωπίζουν προβλήματα βιωσιμότητας, ακόμη και όταν δεν είναι ιδιαίτερα δυναμικές ή αποδοτικές οικονομικά. Όπως υπογράμμισε, η χώρα πρέπει να διατηρεί την παραγωγική της βάση, καθώς η επάρκεια τροφίμων αποτελεί ζήτημα εθνικού συμφέροντος.
«Θα πρέπει οι καλλιέργειες να μείνουν και θα πρέπει η χώρα να συνεχίσει να παράγει, ακόμη κι αν είναι ασύμφορο. Γιατί το να έχεις τροφή στη χώρα είναι εθνικό συμφέρον». Αυτή η ανάγκη γίνεται ακόμη πιο επιτακτική σε περιόδους πολέμου ή άλλων κρίσεων, όταν ενδέχεται να διακοπεί ο εφοδιασμός από το εξωτερικό. «Αν δεν έχουμε αυτάρκεια στη χώρα μας, ή τουλάχιστον επισιτιστική ασφάλεια, σημαίνει ότι θα είμαστε αποικία μιας άλλης χώρας που μας ταΐζει», συμπλήρωσε.
Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε στον μηχανισμό που προβλέπει την ενίσχυση του εισοδήματος των παραγωγών, όταν οι τιμές που λαμβάνουν βρίσκονται κάτω από το κόστος παραγωγής. Η τρίτη προτεραιότητα αφορά τη δημιουργία μιας μακροχρόνιας αγροτικής πολιτικής, η οποία δεν θα μεταβάλλεται κάθε φορά που αλλάζει η κυβέρνηση, ή ο αρμόδιος Υπουργός.
Το Υπουργείο πρέπει να βρίσκεται σε διαρκή διάλογο με τους αγρότες και να διαμορφώσει έναν σταθερό σχεδιασμό, με συγκεκριμένους στόχους και χρονοδιάγραμμα. «Η αγροτική πολιτική είναι σύνθετη. Δεν μπορείς να κάνεις σήμερα μια αλλαγή και να τη δεις αύριο», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι οι παρεμβάσεις στον πρωτογενή τομέα απαιτούν χρόνο για να αποδώσουν.
Ως παράδειγμα έφερε τη ζωική παραγωγή, σημειώνοντας ότι ακόμη και αν σφαγούν εκατοντάδες χιλιάδες ζώα μέσα σε λίγες ημέρες, για την ανασύσταση του ζωικού κεφαλαίου απαιτούνται τρία έως πέντε χρόνια.
Άσκησε κριτική στις συχνές αλλαγές στην ηγεσία του αρμόδιου Υπουργείου, λέγοντας ότι η κυβέρνηση έχει αλλάξει επτά Υπουργούς μέσα σε έξι χρόνια και ότι ο κάθε Υπουργός ακολουθεί τη δική του κατεύθυνση. Επιπλέον, δεν είναι δυνατόν οι Έλληνες παραγωγοί να καλούνται να ανταγωνιστούν άλλες αγορές, όπως τη Mercosur και τους Ευρωπαίους παραγωγούς, όταν δεν διαθέτουν τις απαραίτητες υποδομές. Η έλλειψη φραγμάτων, αρδευτικών δικτύων και αντλιών έχει ως αποτέλεσμα οι καλλιεργητές να χάνουν την παραγωγή τους σε περιόδους ξηρασίας, καθώς δεν έχουν τη δυνατότητα να ποτίσουν τις καλλιέργειές τους.
Στη συνέχεια, η συζήτηση επικεντρώθηκε στις ζημιές που προκαλούνται στις καλλιέργειες από ακραία καιρικά φαινόμενα, αλλά και στην αβεβαιότητα που αντιμετωπίζουν οι παραγωγοί σχετικά με τις αποζημιώσεις. Χαρακτήρισε προβληματική τη λειτουργία του συστήματος αποζημιώσεων, υποστηρίζοντας ότι ο ΕΛΓΑ χρησιμοποιείται για ψηφοθηρικούς λόγους και ότι οι παραγωγοί βρίσκονται αντιμέτωποι με τις ίδιες απαντήσεις κάθε φορά που ζητούν αποζημίωση, δηλαδή ότι η ζημιά δεν καλύπτεται από τον κανονισμό.
«Θέλει πολιτική βούληση. Πότε θα δουλέψει σωστά ο ΕΛΓΑ; Γιατί πρέπει εμείς να κρεμόμαστε από την πολιτική βούληση και όχι από αυτό που έχουμε δημιουργήσει;» διερωτήθηκε.
Μίλησε και για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι παραγωγοί με το ΟΣΔΕ και τη δήλωση των αγροτεμαχίων, περιγράφοντας μια κατάσταση κατά την οποία ένα χωράφι μπορεί να γίνεται αποδεκτό για την καταβολή της εισφοράς στον ΕΛΓΑ, αλλά να μην αναγνωρίζεται στη συνέχεια για την καταβολή της επιδότησης.
Ως παράδειγμα, ανέφερε ότι διαθέτει ο ίδιος ένα αγροτεμάχιο περίπου 100 στρεμμάτων, το οποίο γίνεται δεκτό στη δήλωση και για το οποίο καταβάλλει την εισφορά στον ΕΛΓΑ. Ωστόσο, όταν έρχεται η ώρα της επιδότησης, ενημερώνεται ότι ο δορυφόρος δεν εντοπίζει το χωράφι ως καλλιεργούμενο. Σε αυτή την περίπτωση δεν καταβάλλεται η επιδότηση, ενώ η περικοπή του 20% της ενίσχυσης μπορεί να οδηγήσει και σε απώλεια άλλων επιδοτήσεων, καθώς ο παραγωγός αντιμετωπίζεται ως ενδεχόμενος παραβάτης.
Αναφερόμενος στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και στη διερεύνησή του, είπε πως όσοι παρακολουθούν τις εξελίξεις έχουν πλέον τη δυνατότητα να κατανοήσουν τι έχει συμβεί, αλλά και ότι το πρόβλημα εξακολουθεί να υφίσταται. Επικρίνοντας τη στάση κυβερνητικών στελεχών κατά την εξεταστική διαδικασία, έκανε λόγο για συμπεριφορές υποταγής στην κυβέρνηση και υποστήριξε ότι η υπόθεση ανέδειξε τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται όσοι βρίσκονται κοντά στην εξουσία και όσοι αντιδρούν. «Αυτή τη στιγμή στη χώρα μας έχουμε μία μοναρχία, που όποιος υποτάσσεται και χτυπάει προσοχή βγαίνει ευνοημένος».
Όσοι συμμορφώνονται με τις κυβερνητικές επιλογές μπορούν να ευνοηθούν, ενώ όσοι αντιδρούν αντιμετωπίζουν δικαστικές διαδικασίες και κυρώσεις. Στο πλαίσιο αυτό, συνέδεσε την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ με τις διώξεις αγροτών που συμμετείχαν σε κινητοποιήσεις, υποστηρίζοντας ότι οι τελευταίοι βρίσκονται αντιμέτωποι με τη Δικαιοσύνη επειδή διεκδίκησαν τα αιτήματά τους.
Κλείνοντας τη συνέντευξη, αναφέρθηκε στους αγρότες της Ζακύνθου που καλούνται την επόμενη Τετάρτη να δικαστούν για τη συμμετοχή τους σε κινητοποιήσεις που πραγματοποιήθηκαν το 2022. Το μήνυμά του ήταν να μην φοβηθούν τη δικαστική διαδικασία και να συνεχίσουν να διεκδικούν τα δικαιώματά τους.
«Αυτές οι δίκες είναι στην ουσία παράσημα του αγώνα που έχουμε». Στη συνέχεια, θυμήθηκε μια φράση του θείου του, ο οποίος του έλεγε κατά τη συμμετοχή τους σε κινητοποιήσεις: «Μην φοβάσαι. Αν κλείσουν εμάς μέσα, ποιος θα παράξει φαγητό για τη χώρα;»
Με αυτή τη φράση θέλησε να ενθαρρύνει τους Ζακυνθινούς αγρότες να αντιμετωπίσουν τη δίκη χωρίς φόβο και να αντιληφθούν ότι βρίσκονται αντιμέτωποι με τη Δικαιοσύνη επειδή αγωνίστηκαν για όσα θεωρούσαν δίκαια και προσπάθησαν να διεκδικήσουν από την κυβέρνηση. Τους κάλεσε να κάνουν υπομονή και να βλέπουν την πραγματικότητα όπως είναι, εκφράζοντας την εκτίμηση ότι η κυβέρνηση δεν πρόκειται να πέσει εύκολα, αλλά έχει φτάσει στο ανώτατο σημείο της πολιτικής της πορείας.
Καταλήγοντας, υπογράμμισε ότι η αλλαγή δεν μπορεί να αναμένεται μόνο από τους άλλους, αλλά απαιτεί προσωπική συμμετοχή και δράση. «Σκλάβος είναι όποιος περιμένει κάποιον άλλον να τον ελευθερώσει», ανέφερε χαρακτηριστικά.