Καθαρή και συγκρουσιακή θέση απέναντι στις εξορύξεις
Το αφήγημα Τρεπεκλή δεν πείθει, πρόκειται για υπεκφυγή
Αιχμές για τον έλεγχο, το περιβάλλον και τους κινδύνους
«Ποιος αξιοποιεί τον πλούτο και προς όφελος τίνος;»
Πολυεθνικές θα πάρουν τη διαχείριση του ορυκτού πλούτου
Ψίχουλα τα αντισταθμιστικά οφέλη
Δεν προηγήθηκε διαβούλευση με τις τοπικές κοινωνίες
Την αντίθεσή της στην ερευνητική γεώτρηση και συνολικά στον σχεδιασμό για τις εξορύξεις στο Ιόνιο, εξέφρασε η επικεφαλής της “Λαικής Συσπείρωσης”, Αλεξάνδρα Μπαλού, σε συνέντευξή της στον ΣΤΙΓΜΑ 97,6, εξηγώντας τους λόγους για τους οποίους καταψήφισε τη σχετική γνωμοδότηση.
Όπως αρχικά τόνισε, η ερευνητική γεώτρηση δεν μπορεί να εξετάζεται αποκομμένα από τον συνολικό σχεδιασμό για τις εξορύξεις στην περιοχή. «Η ερευνητική εξόρυξη εντάσσεται στον σχεδιασμό για τις εξορύξεις στην περιοχή. Δεν γίνεται στο κενό», συμπλήρωσε.
Σύμφωνα με την ίδια, η ερευνητική διαδικασία έχει επίσης στοιχεία επικινδυνότητας και δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το σύνολο του σχεδιασμού. Χαρακτήρισε τη θέση του Περιφερειάρχη κ. Τρεπεκλή ως υπεκφυγή, υποστηρίζοντας ότι με αυτόν τον τρόπο αποφεύγει να πάρει θέση απέναντι στην επιλογή της κυβέρνησης και των ενεργειακών ομίλων να προχωρήσουν σε εξορύξεις στο Ιόνιο.
«Καταψηφίσαμε αυτή την επιλογή, όπως την έχουμε καταψηφίσει και χρόνια πριν. Παραδίδεται, πουλιέται, χαρίζεται, για ένα κομμάτι ψωμί, ο ορυκτός πλούτος της χώρας», ανέφερε χαρακτηριστικά.»
Ο ορυκτός πλούτος της χώρας δίνεται σε πολυεθνικές και ενεργειακούς κολοσσούς, ενώ τα αντισταθμιστικά οφέλη θα είναι περιορισμένα. Παράλληλα, υποστήριξε ότι πρόκειται για έναν πλούτο ο οποίος, από τη στιγμή που εξορύσσεται, χάνεται και δεν μπορεί να αξιοποιηθεί οποιαδήποτε στιγμή από τη χώρα για λογαριασμό της.
Έθεσε ακόμη ζητήματα που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας, αλλά και τις επιπτώσεις στην τοπική οικονομία. «Υπονομεύεται και η προστασία του περιβάλλοντος και η προστασία της υγείας του κόσμου», είπε, ενώ αναφέρθηκε στις επιπτώσεις που μπορεί να υπάρξουν στην τοπική οικονομία, στους επαγγελματίες, στους αυτοαπασχολούμενους, στους εργαζόμενους και σε κλάδους που είναι ήδη ανεπτυγμένοι στην περιοχή.
Στο ίδιο πλαίσιο, έθεσε και το ζήτημα των γεωπολιτικών κινδύνων, συνδέοντας την ενέργεια με τις πολεμικές συγκρούσεις και τους διεθνείς ανταγωνισμούς. «Όλες αυτές οι πολεμικές συγκρούσεις, οι ανταγωνισμοί που κλιμακώνονται διεθνώς και στην περιοχή μας, έχουν ως επίκεντρο τον έλεγχο των πηγών του ορυκτού πλούτου και τον έλεγχο των δρόμων μεταφοράς τους».
Πρόεσθεσε ότι υπάρχουν και κίνδυνοι που συνδέονται με το ίδιο το εγχείρημα, ιδιαίτερα σε μια σεισμογενή περιοχή. Αναφέρθηκε και στο ενδεχόμενο βιομηχανικών ατυχημάτων, υποστηρίζοντας ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Σχολιάζοντας τη θέση του κ. Τρεπεκλή, ότι μια θετική γνωμοδότηση δεν αποτελεί «λευκή επιταγή», αλλά μπορεί να συνοδεύεται από συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος και την ασφάλεια, η κα Μπαλού υποστήριξε ότι πρόκειται για ένα αφήγημα που έχει επαναληφθεί πολλές φορές. «Είναι προσχηματικά όλα αυτά», είπε.
Κατά την ίδια, το ελάχιστο που θα μπορούσε να κάνει το Περιφερειακό Συμβούλιο και η Περιφερειακή Αρχή, όσο το θέμα βρισκόταν σε διαβούλευση, ήταν να το συζητήσει και να καταθέσει τη θέση του. Υποστήριξε ότι τέτοια συζήτηση δεν προηγήθηκε και απέδωσε την εξέλιξη αυτή σε πολιτική επιλογή.
«Δεν προηγήθηκε και αυτό δεν είναι τυχαίο. Είναι ακριβώς γιατί βάζουν πλάτη για να περάσει αυτή η διαδικασία χωρίς ο κόσμος να ενημερωθεί, για να καταλαγιάσουν όλες οι διαμαρτυρίες και οι αντιδράσεις», σημείωσε. Η επίκληση της τυπικής διαδικασίας της διαβούλευσης, δεν απαλλάσσει τα αιρετά όργανα από την ευθύνη να τοποθετηθούν συνολικά απέναντι στην επιλογή.
Ιδιαίτερα επικριτική ήταν και για τις αναφορές σε περιβαλλοντικούς όρους, ελέγχους και παρακολούθηση από τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες. «Ποιο κράτος, ποιοι μηχανισμοί θα κάνουν τον έλεγχο; Οι υπηρεσίες που δεν έχουν παρά έναν άνθρωπο; Που δεν μπορούν να ελέγξουν ούτε τους όρους και τις προϋποθέσεις μιας απλής επιχείρησης για να μην γίνονται εργατικά ατυχήματα;», διερωτήθηκε.
Παράλληλα, άσκησε κριτική στο θεσμικό πλαίσιο, που δεν διασφαλίζει έναν ουσιαστικό και ανεξάρτητο έλεγχο. «Με βάση τις συμβάσεις και το άρθρο 19, για να γίνει έλεγχος από τις αρμόδιες αρχές, πρέπει να ενημερώσουν υποχρεωτικά εκ των προτέρων, με έγγραφη ειδοποίηση, τη μισθώτρια εταιρεία. Αντιλαμβάνεστε τι σημαίνει αυτό», είπε.
Συνέχισε λέγοντας ότι πρόκειται για ένα κράτος που νομοθετεί υπέρ των επενδυτών, παρέχοντας διευκολύνσεις και επιχορηγήσεις. «Τους στρώνει το χαλί, τους δίνει επιχορηγήσεις, τους αφήνει να αυτοελέγχονται, να κάνουν μόνοι τους μελέτες».
Ως παράδειγμα, επικαλέστηκε ζητήματα που έχουν προκύψει με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας σε Κεφαλονιά και Ζάκυνθο, αναφερόμενη σε υποχρεώσεις για αντιπλημμυρικά έργα, περιβαλλοντική αποκατάσταση και δρόμους. «Τίποτα δεν έχουν κάνει με όλα αυτά. Ποιος τους έλεγξε;» διερωτήθηκε.
Σε ερώτηση για το επιχείρημα της κυβέρνησης ότι η ερευνητική γεώτρηση αποσκοπεί στο να διαπιστωθεί εάν υπάρχει φυσικό αέριο και κατ’ επέκταση, εάν υπάρχει εθνικός πλούτος που μπορεί να αξιοποιηθεί, έθεσε το ερώτημα «ποιος τα αξιοποιεί και προς όφελος τίνος; Η χώρα τα αξιοποιεί, ή τα αξιοποιούν οι ενεργειακοί όμιλοι, που παίρνουν δισεκατομμύρια κέρδη και για το λαό, από τον δικό του πλούτο, δεν μένει τίποτα;».
Διευκρίνισε ότι η κριτική της δεν αφορά μόνο τη σημερινή κυβέρνηση, καθώς αναφέρθηκε στις συμβάσεις παραχώρησης που είχαν υπογραφεί και από την προηγούμενη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και είχαν εγκριθεί και ψηφιστεί από το ΠΑΣΟΚ.
Σύμφωνα με την ίδια, τα όποια οικονομικά οφέλη δεν πρόκειται να κατευθυνθούν στις τσέπες των πολιτών. «Τα δισεκατομμύρια θα πάνε στις τσέπες των κολοσσών, όπως γίνεται συνήθως», υποστήριξε.
Συνέδεσε το ζήτημα με τους διεθνείς ανταγωνισμούς μεταξύ ΗΠΑ, Ευρωπαϊκής Ένωσης, Κίνας και Ρωσίας για τον έλεγχο της ενέργειας, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα, στο πλαίσιο της πολιτικής απελευθέρωσης της ενέργειας, δεν έχει τον έλεγχο της διαχείρισης του ενεργειακού της πλούτου.
Σχολιάζοντας την αναφορά του κ. Τρεπεκλή ότι η γνωμοδότηση συνοδεύεται από αστερίσκους και ότι, εφόσον δεν υλοποιηθούν οι όροι και οι παρατηρήσεις που θα τεθούν, δεν αποκλείεται να υπάρξουν προσφυγές, εξέφρασε την αντίθεσή της. «Αυτά είναι καθρεφτάκια για ιθαγενείς», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Όπως υποστήριξε, αντίστοιχοι «αστερίσκοι» έχουν χρησιμοποιηθεί και στο παρελθόν σε περιβαλλοντικές μελέτες ξενοδοχείων και εταιρειών, στον χωροταξικό σχεδιασμό για τον τουρισμό, στον χωροταξικό σχεδιασμό για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και σε άλλα κεντρικά ζητήματα. «Τα ψηφίζουν και βάζουν αστερίσκους. Ουδέποτε ελέγχθηκε αν οι αστερίσκοι έγιναν πράξεις», είπε.
Καταλήγοντας, υποστήριξε ότι απέναντι σε έναν τέτοιο σχεδιασμό απαιτείται σαφής πολιτική θέση. Άσκησε εκ νέου κριτική στην Περιφερειακή Αρχή, την οποία χαρακτήρισε «στυλοβάτη» του συγκεκριμένου σχεδιασμού. «Τα υπόλοιπα είναι για να μας παραμυθιάζουν και να νομίζουμε ότι θα μπουν οι αστερίσκοι», ανέφερε.
Η ίδια έκλεισε τη συνέντευξη συνδέοντας το ζήτημα των εξορύξεων με τη συνολικότερη πολιτική για την οικονομία, την υγεία, την παιδεία και την αξιοποίηση του δημόσιου πλούτου.
«Κλιμακώνεται η επικινδυνότητα στην περιοχή μας, παρακολουθούμε κάθε φορά ένα κομμάτι του πλούτου μας να παραδίδεται στο ιδιωτικό κεφάλαιο, όχι μόνο από την παραγωγική διαδικασία, ακόμα και από τον τομέα της υγείας, των Σχολείων. Τα πάντα παραδίδονται, η ζωή μας ολόκληρη». Κάλεσε, τέλος, τους πολίτες να συμμετέχουν στις διεκδικήσεις και στους αγώνες.