• Το χωροταξικό πλαίσιο για τον τουρισμό, αποτελείται από γενικόλογες διατυπώσεις και ευχολόγια.
• Οι ρυθμίσεις διευκολύνουν μεγάλες επενδύσεις και πιέζουν τους μικρούς επαγγελματίες.
• Η προστασία του περιβάλλοντος μένει στα λόγια, χωρίς ουσιαστικά εργαλεία εφαρμογής.
• Οι τοπικές κοινωνίες μένουν χωρίς ρόλο στη λήψη αποφάσεων και στη διαχείριση πόρων.
• Η Ζάκυνθος ζει ξανά τον κίνδυνο συγκέντρωσης γης σε λίγα επιχειρηματικά σχήματα.
Ο Τζανέτος Πομόνης, μέλος της Πρωτοβουλίας για μια Βιώσιμη Ζάκυνθο, μιλά στον ΣΤΙΓΜΑ 97,6 για το νέο χωροταξικό πλαίσιο του τουρισμού, τονίζοντας ότι το σχέδιο ευνοεί τους μεγάλους επενδυτές και αφήνει τις τοπικές κοινωνίες χωρίς πραγματική δυνατότητα παρέμβασης και ουσιαστικό ρόλο.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η θεσμοθέτηση ενός ειδικού χωροταξικού πλαισίου για τις τουριστικές δραστηριότητες αποτελούσε Ευρωπαϊκή απαίτηση αλλά και πραγματική ανάγκη. Το σχέδιο έχει τεθεί σε διαβούλευση για δεύτερη φορά, με ελάχιστες ουσιαστικές αλλαγές. Παρά τις επικαιροποιήσεις, οι αντιδράσεις είναι ευρείες, ειδικά σε περιοχές που χαρακτηρίζονται «κόκκινες», καθώς αυτό επηρεάζει τη δυνατότητα αξιοποίησης της γης.
Επισημαίνει ότι το σχέδιο στηρίζεται σε γενικόλογες διατυπώσεις χωρίς σαφή εργαλεία εφαρμογής. Για παράδειγμα, στο ζήτημα της βραχυχρόνιας μίσθωσης, το πλαίσιο αφήνει στους Δήμους την ευθύνη για τυχόν περιορισμούς, χωρίς όμως να τους παρέχει τους απαραίτητους πόρους, ή την χρηματοδότηση για την εφαρμογή τους. Αντίθετα, τα μέτρα που αφορούν τη δόμηση είναι συγκεκριμένα και αυστηρά.
Όπως αναφέρει, οι ρυθμίσεις ευνοούν τη συγκέντρωση γης και κεφαλαίου σε λίγους ισχυρούς παίκτες. Το βασικό πρόβλημα δεν είναι μόνο οι ίδιες οι προβλέψεις, αλλά η πολιτική κατεύθυνση που προωθεί μια ανάπτυξη προσανατολισμένη σε μεγάλες τουριστικές επενδύσεις. Οι περιορισμοί και οι νέες προϋποθέσεις αρτιότητας λειτουργούν εις βάρος των μικρών επιχειρηματιών, καθώς ουσιαστικά αποκλείουν τη μικρή τουριστική δραστηριότητα.
Παρά τις αναφορές στην προστασία του περιβάλλοντος, δεν προβλέπονται ουσιαστικά εργαλεία για την εφαρμογή της. Επιδίωξη φαίνεται να είναι η διατήρηση διαθέσιμης γης για σύνθετα τουριστικά καταλύματα και οργανωμένους υποδοχείς τουριστικών δραστηριοτήτων, επενδύσεις δηλαδή μεγάλης κλίμακας που δεν υπόκεινται στους ίδιους περιορισμούς με τις μικρότερες επιχειρήσεις.
Τονίζει ότι το ζήτημα της φέρουσας ικανότητας κάθε τόπου επί της ουσίας αγνοείται. Η τουριστική ανάπτυξη δεν πρέπει να βασίζεται μόνο στις υποδομές, αλλά και στα φυσικά όρια των περιοχών. Όπως είπε χαρακτηριστικά, δεν είναι δυνατό μια παραλία που μπορεί για παράδειγμα, να δεχθεί εκατό άτομα, να φιλοξενεί στη συνέχεια πεντακόσια, ακόμη κι αν υπάρξουν περισσότερες υποδομές.
Αναφερόμενος στη βραχυχρόνια μίσθωση, σημειώνει ότι το φαινόμενο ξεκίνησε ως μέσο συμπληρωματικού εισοδήματος, αλλά εξελίχθηκε σε σημαντικό παράγοντα της τουριστικής οικονομίας. Αντί για ένα συνεκτικό πλαίσιο, το κράτος μεταφέρει την ευθύνη στις τοπικές κοινωνίες χωρίς να τους δίνει εργαλεία διαχείρισης.
Για τις εκτός σχεδίου περιοχές, η αύξηση της αρτιότητας από τα τέσσερα στα οκτώ στρέμματα δυσχεραίνει περαιτέρω τη μικρή ιδιοκτησία χωρίς να επιτυγχάνει ουσιαστική περιβαλλοντική προστασία. Αντί να δημιουργηθεί ισορροπία, ενισχύονται οι μεγάλες επιχειρηματικές πρωτοβουλίες.
Υπογραμμίζει ότι οι τοπικές κοινωνίες θα έπρεπε να έχουν καθοριστικό ρόλο στον σχεδιασμό. Το ειδικό χωροταξικό πλαίσιο υπερισχύει των τοπικών σχεδίων και του πολεοδομικού σχεδιασμού, δεσμεύοντας κάθε μελλοντική επιλογή. Παρότι μπορεί να υπάρξουν μικρές τροποποιήσεις, η γενική κατεύθυνση δεν πρόκειται να αλλάξει.
Κλείνοντας, επισημαίνει ότι η Ζάκυνθος έχει βρεθεί αντιμέτωπη κατά το παρελθόν με μεγάλα επενδυτικά σχέδια στο ορεινό της τμήμα, που δημιούργησαν εντάσεις και προβληματισμούς. Τονίζει ότι τέτοιου είδους παρεμβάσεις δεν μπορούν να προχωρούν χωρίς ουσιαστική εκτίμηση των πραγματικών συνεπειών για το νησί και τους κατοίκους του.
Η συζήτηση για το νέο χωροταξικό πλαίσιο του τουρισμού αναδεικνύει την ανάγκη ισορροπίας ανάμεσα στην ανάπτυξη και στη βιωσιμότητα. Όπως σημειώνει ο Τζανέτος Πομόνης, το ζητούμενο δεν είναι μόνο οι επενδύσεις, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αυτές θα υπηρετήσουν πραγματικά τις τοπικές κοινωνίες και το περιβάλλον.