• Αντί να ενισχύει την εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, την αποδυναμώνει.
• Οι υποθέσεις του Μαραθονησίου και της Δάφνης–Γέρακα στο επίκεντρο της κριτικής.
• Καταγγελίες για ακυρώσεις προστίμων, έλλειψη ελέγχου και απουσίας από Δικαστικές αποφάσεις.
• Μόνο 15 φύλακες σήμερα στο Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο. Ούτε ένας το βράδυ στην παραλία του Γέρακα.
• Κίνδυνος Ευρωπαϊκών κυρώσεων και έκκληση για διαρκή προστασία.
Ο Διευθυντής της Περιβαλλοντικής Οργάνωσης MEDASSET, Γιώργος Σαμψών, σε συνέντευξή του στον ραδιοφωνικό σταθμό ΣΤΙΓΜΑ 97,6, εξέφρασε την έντονη ανησυχία του για τον τρόπο με τον οποίο, όπως είπε, η Περιφέρεια Ιονίων Νήσων «δεν προστατεύει επαρκώς το θαλάσσιο περιβάλλον της Ζακύνθου». Όπως ανέφερε, η Οργάνωση έχει ασχοληθεί με δύο συγκεκριμένες υποθέσεις που εγείρουν σοβαρά ερωτήματα για την εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
Η πρώτη υπόθεση αφορά το Μαραθονήσι, όπου, σύμφωνα με τον ίδιο, πραγματοποιήθηκαν εργασίες με βαρέα μηχανήματα. «Κινητοποιηθήκαμε αμέσως μόλις πληροφορηθήκαμε τι συνέβαινε και στη συνέχεια αναγκάστηκαν να κινηθούν και οι αρμόδιες αρχές», είπε. Εκδόθηκε εντολή παύσης εργασιών, ενώ επιβλήθηκαν και πρόστιμα από την Υπηρεσία Δόμησης του Δήμου. Η εντολή παύσης εξακολουθεί να ισχύει και όπως σημείωσε, «η υπόθεση δεν έχει ακόμη κλείσει». Η εταιρεία ΖΑΝΤΕ Τουριστικές Επιχειρήσεις Α.Ε., στην οποία ανήκει το νησί, προσέφυγε το περασμένο χειμώνα στη Δικαιοσύνη επιχειρώντας να ανατρέψει την απόφαση, χωρίς ωστόσο επιτυχία.
Επεσήμανε ότι «το ζήτημα δεν είναι μόνο η συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά ο τρόπος με τον οποίο ενεργεί η Περιφέρεια Ιονίων Νήσων στη Ζάκυνθο». Όπως τόνισε, η Οργάνωση θεωρεί πως, αντί να ενισχύει την εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, με ορισμένες ενέργειες της Περιφέρειας «αποδυναμώνεται το ίδιο το θεσμικό πλαίσιο προστασίας».
Η δεύτερη υπόθεση που παρουσίασε, αφορά την περιοχή μεταξύ Δάφνης και Γέρακα, εντός του Εθνικού Θαλάσσιου Πάρκου. Κατά τα έτη 2015 και 2016, πραγματοποιήθηκαν, όπως είπε, «εκτεταμένες παρεμβάσεις με μπουλντόζες». Διανοίχθηκε δρόμος εκατοντάδων μέτρων με πλάτος έως έξι μέτρα, πραγματοποιήθηκαν εκχερσώσεις και αποψιλώσεις, προκαλώντας «μεγάλη καταστροφή της φυσικής βλάστησης και αλλοίωση του τοπίου».
Ύστερα από καταγγελίες Περιβαλλοντικών Οργανώσεων, η Περιφέρεια επέβαλε το 2018 διοικητικό πρόστιμο ύψους 200.000 ευρώ. Σημείωσε ότι, κατά την εκτίμησή τους, «ακόμη και αυτό το ποσό ήταν μικρό σε σχέση με τη ζημιά που προκλήθηκε», καθώς η νομοθεσία προέβλεπε δυνατότητα επιβολής προστίμου έως δύο εκατομμυρίων ευρώ. Παράλληλα, είχε επιβληθεί υποχρέωση αποκατάστασης της περιοχής στην αρχική φυσική της κατάσταση. Ωστόσο, το 2022, ο Αντιπεριφερειάρχης Περιβάλλοντος κ. Ιωάννου αποφάσισε «τη μείωση του προστίμου από 200.000 σε 10.000 ευρώ».
Όπως ανέφερε, «στο ποινικό σκέλος της υπόθεσης ο ιδιοκτήτης έχει κριθεί ένοχος με αμετάκλητη απόφαση», καθώς η υπόθεση έφτασε μέχρι τον Άρειο Πάγο και έχει τελεσιδικήσει, άρα δεν υπάρχει πλέον καμία αμφισβήτηση. Στο αστικό σκέλος, όμως, μετά τη μείωση του προστίμου, ο ιδιοκτήτης προσέφυγε στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Πύργου ζητώντας «πλήρη μηδενισμό του ποσού». «Εκεί θεωρούμε ότι προκύπτει το μεγαλύτερο ζήτημα», σημείωσε, εξηγώντας ότι ζήτησαν από την Περιφέρεια να υπερασπιστεί τη δική της διοικητική απόφαση, έστω και μετά τη μείωση του προστίμου. «Ωστόσο η Περιφέρεια δεν άσκησε κανένα ένδικο μέσο ούτε εκπροσωπήθηκε στη δικαστική διαδικασία», τόνισε.
Το αποτέλεσμα, όπως εξήγησε, ήταν το Δικαστήριο να μηδενίσει το πρόστιμο. Οι Περιβαλλοντικές Οργανώσεις προσπάθησαν να παρέμβουν, αλλά το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν διαθέτουν έννομο συμφέρον. «Έχουμε ήδη προσφύγει κατά της συγκεκριμένης απόφασης και θα εξαντλήσουμε κάθε νόμιμο μέσο που διαθέτουμε», υπογράμμισε. Το ερώτημα, πρόσθεσε, αφορά αποκλειστικά «τη στάση της Περιφέρειας και τις ενέργειές της».
Αποκάλυψε επιπλέον ότι, «πριν ακόμη εκδοθεί η οριστική δικαστική απόφαση που μηδένισε το πρόστιμο, η Περιφέρεια είχε ήδη επιστρέψει στον παραβάτη το ποσό των 5.000 ευρώ που είχε καταβληθεί ως προκαταβολή, χαρακτηρίζοντάς το ως αχρεωστήτως καταβληθέν». Όπως παρατήρησε, «αναρωτιόμαστε ποιο μήνυμα στέλνει αυτή η εξέλιξη σε κάθε πολίτη ή επιχειρηματία που σκέφτεται να παραβιάσει την περιβαλλοντική νομοθεσία».
Ιδιαίτερα ανησυχητικό χαρακτήρισε και το γεγονός ότι, αντί για αποκατάσταση της περιοχής όπως προέβλεπε η απόφαση, «φυτεύτηκαν ελαιόδεντρα», τα οποία δεν αποτελούν φυσικό στοιχείο του οικοσυστήματος. Μάλιστα, σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλέστηκε, έχει ζητηθεί και αγροτική επιδότηση για τις ελιές αυτές. «Εκχερσώθηκε μια μεγάλη έκταση μέσα στο Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο, διανοίχθηκε δρόμος που συνδέει τη Δάφνη με τον Γέρακα και στη συνέχεια επιχειρήθηκε να δικαιολογηθούν οι παρεμβάσεις με τη δημιουργία ελαιώνα», είπε χαρακτηριστικά. Όποιος συγκρίνει τις αεροφωτογραφίες της περιοχής πριν και μετά το 2015, συμπλήρωσε, «μπορεί εύκολα να διαπιστώσει το μέγεθος της αλλοίωσης».
Υπογράμμισε ότι η Οργάνωση «θα συνεχίσει να αξιοποιεί κάθε δυνατότητα που παρέχει ο νόμος». Παράλληλα, όμως, επισήμανε πως «όταν η ίδια η Πολιτεία και η Περιφέρεια δεν υπερασπίζονται τις διοικητικές κυρώσεις που επιβάλλουν, το έργο της προστασίας του περιβάλλοντος γίνεται ολοένα και δυσκολότερο».
Αναφερόμενος και σε θετικές εξελίξεις, σημείωσε ότι «είναι ιδιαίτερα σημαντικό πως ξεκίνησαν οι εργασίες αποκατάστασης του ΧΥΤΑ στη Ζάκυνθο», ένα ζήτημα για το οποίο η χώρα είχε δεχθεί κυρώσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Επίσης, χαρακτήρισε θετικό ότι «η ομάδα του ΟΦΥΠΕΚΑ συνεχίζει να δίνει καθημερινό αγώνα για την προστασία του Εθνικού Θαλάσσιου Πάρκου, παρά τις μεγάλες ελλείψεις σε προσωπικό και μέσα».
Ωστόσο, επεσήμανε τις σοβαρές ελλείψεις στη φύλαξη: «Δεν είναι δυνατόν τόσο σημαντικές παραλίες να μένουν ουσιαστικά αφύλακτες κατά τις νυχτερινές ώρες, όταν οι θαλάσσιες χελώνες βγαίνουν να γεννήσουν και οι φωλιές χρειάζονται τη μεγαλύτερη δυνατή προστασία. Δεν είναι δυνατόν το βράδυ να μην υπάρχει ένας φύλακας στον Γέρακα». Όπως εξήγησε, μια θαλάσσια χελώνα χρειάζεται περίπου 25 έως 30 χρόνια για να φτάσει στην ηλικία αναπαραγωγής, πράγμα που σημαίνει ότι «τα θετικά αποτελέσματα που βλέπουμε σήμερα είναι καρπός προσπαθειών που ξεκίνησαν πριν από τρεις δεκαετίες, με αφετηρία την ίδρυση του Εθνικού Θαλάσσιου Πάρκου το 1999». Αν σταματήσει αυτή η προστασία, προειδοποίησε, «σε δεκαπέντε ή είκοσι χρόνια θα δούμε τις αρνητικές συνέπειες». Γι’ αυτό, όπως τόνισε, «απαιτείται συνεχής προστασία και διαρκής επαγρύπνηση».
Σημείωσε ότι το Πάρκο θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό πλεονέκτημα για τη Ζάκυνθο, «μέσα από την ανάπτυξη ενός σωστά οργανωμένου οικοτουρισμού και μιας ολοκληρωμένης πολιτικής διαχείρισης του φυσικού περιβάλλοντος». Θύμισε ότι στις αρχές λειτουργίας του, το 2004, υπηρετούσαν περίπου εκατό φύλακες, ενώ σήμερα έχουν απομείνει μόλις δεκαπέντε, οι οποίοι «μονιμοποιήθηκαν πρόσφατα έπειτα από είκοσι πέντε χρόνια εργασίας».
Προειδοποίησε επίσης για τον κίνδυνο νέων Ευρωπαϊκών κυρώσεων. Όπως είπε, «από τη συμμετοχή μας στις εργασίες της Σύμβασης της Βέρνης και τις επαφές μας με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, διαπιστώνουμε έντονο ενδιαφέρον και σοβαρό προβληματισμό για όσα συμβαίνουν στη Ζάκυνθο». «Η Ελλάδα δεν λειτουργεί χωρίς έλεγχο. Οι Ευρωπαϊκοί θεσμοί παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Κλείνοντας, τόνισε ότι «είναι κρίμα να διαθέτουμε ένα τόσο σημαντικό φυσικό κεφάλαιο και να μην εξασφαλίζουμε την ολοκληρωμένη προστασία του». Όπως υπογράμμισε, «η περιβαλλοντική νομοθεσία είτε δεν εφαρμόζεται, είτε ακόμη και όταν εφαρμόζεται, αποδυναμώνεται στην πράξη». Τόνισε πως οι περιβαλλοντικές οργανώσεις «δεν επιδιώκουν να βλάψουν κανέναν ιδιοκτήτη ή επιχειρηματία», αλλά στόχος τους είναι «να προστατευθεί το φυσικό περιβάλλον και η Πολιτεία να βρει λύσεις που θα εξασφαλίζουν τόσο την προστασία της φύσης όσο και την ασφάλεια δικαίου για όλους».
Καταλήγοντας, επισήμανε ότι παραμένουν πολλά ζητήματα ανοιχτά — από τη φωτορύπανση και την ηχορύπανση μέχρι την εφαρμογή των κανόνων λειτουργίας στην παράκτια ζώνη. «Είναι ευθύνη όλων μας να διαφυλάξουμε αυτό το μοναδικό φυσικό κεφάλαιο για τις επόμενες γενιές», κατέληξε.