• Ο κ. Τρεπεκλής έχει την ευθύνη της διαχείρισης και της επιτυχούς υλοποίησης του προγράμματος.
• Χαμηλές συμβασιοποιήσεις και απορροφήσεις στο ΕΣΠΑ 2021-2027, σε ποσοστό μόλις 32,7%.
• Η Περιφέρεια οφείλει να συντονίζει και να καθοδηγεί Δήμους και φορείς.
• Επί δικής μας θητείας είμασταν στις πρώτες θέσεις πανελλαδικά ως προς την απορρόφηση Ευρωπαϊκών πόρων.
• Απογοητευτική η εικόνα για τη Ζάκυνθο. Δεν υπάρχει κάποιο ουσιαστικό αναπτυξιακό έργο μέσω ΕΣΠΑ.
Συνέντευξη του πρώην Περιφερειάρχη, Θοδωρή Γαλιατσάτου, επικεφαλής της παράταξης «ΑΝΑΣΑ για τα Ιόνια Νησιά», στον ραδιοφωνικό σταθμό ΣΤΙΓΜΑ 97,6. Ο κ. Γαλιατσάτος αναφέρεται εκτενώς στα στοιχεία απορρόφησης των Ευρωπαϊκών πόρων του ΕΣΠΑ 2021-2027, ασκεί κριτική στην Περιφερειακή Αρχή και διατυπώνει εκτιμήσεις για το πολιτικό τοπίο σε εθνικό επίπεδο.
Τονίζει ότι η κριτική της «ΑΝΑΣΑ» δεν στηρίζεται σε εκτιμήσεις, αλλά σε συγκεκριμένα στοιχεία: «Απομένει μόλις ενάμισης χρόνος μέχρι να λήξει η δυνατότητα σύναψης συμβάσεων στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ 2021-2027, ενώ στη συνέχεια δίνεται ένα επιπλέον χρονικό περιθώριο περίπου δύο ετών για την ολοκλήρωση των έργων και την απορρόφηση των πόρων».
Όπως υπογραμμίζει, «σήμερα οι συμβάσεις αντιστοιχούν μόλις στο 32,7% του συνολικού Προϋπολογισμού της Περιφέρειας». Δηλαδή «δεν έχουν συμβασιοποιηθεί ούτε 100 εκατομμύρια ευρώ, ενώ οι απορροφήσεις βρίσκονται περίπου στα 50 εκατομμύρια». Ο ίδιος θεωρεί «πρακτικά αδύνατο μέσα σε ενάμιση χρόνο να καλυφθεί αυτή η τεράστια απόσταση», επισημαίνοντας ότι «ακόμη κι αν όλα ήταν απολύτως ώριμα και υπογράφονταν καθημερινά συμβάσεις, ο στόχος θα ήταν σχεδόν αδύνατο να επιτευχθεί». Σύμφωνα με τον ίδιο, «από τις δηλώσεις του Περιφερειάρχη κ. Τρεπεκλή προκύπτει πως ούτε αυτή η ετοιμότητα υπάρχει».
Αναφερόμενος στις ευθύνες, δηλώνει πως «ο Περιφερειάρχης αποδίδει εύκολα ευθύνες σε άλλους, στους Δήμους ή σε άλλους φορείς». Ωστόσο, όπως σημειώνει, «η ευθύνη του δεν περιορίζεται στο να διαχειρίζεται τις προσκλήσεις. Έχει υποχρέωση να σχεδιάζει μαζί με τους Δήμους, τους φορείς και όλους όσοι συμμετέχουν στο πρόγραμμα». Εξηγεί ότι «η ευθύνη επομένως είναι κοινή, αλλά εκείνος είναι ο βασικός συντονιστής της όλης διαδικασίας».
Υπογραμμίζει πως «έργα δεν υλοποιούν μόνο οι Δήμοι. Υλοποιεί και η Περιφέρεια, όπως επίσης το Ιόνιο Πανεπιστήμιο και άλλοι φορείς». Κατά συνέπεια, «εκείνος που έχει τον συνολικό συντονισμό, που ‘διευθύνει την ορχήστρα’, είναι ο Περιφερειάρχης. Αυτός έχει την ευθύνη της διαχείρισης και της επιτυχούς υλοποίησης του προγράμματος».
Όπως εξηγεί, «από την αρχή κάθε προγραμματικής περιόδου οφείλει να οργανώνει τη συνεργασία με όλους τους φορείς, να καταγράφει τις ανάγκες τους, να γνωρίζει ποιες μελέτες είναι ώριμες, ποιες εκπονούνται και ποιες λείπουν». Μόνο με αυτό τον τρόπο μπορεί να οριστούν «συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα και να παρακολουθείται διαρκώς η πορεία τους». Προσθέτει ότι «δεν μπορεί να θυμάται το πρόγραμμα όταν πλησιάζει στο τέλος του. Χρειάζονται συνεχείς έλεγχοι και αξιολόγηση της προόδου».
Παράλληλα διευκρινίζει ότι «αυτό δεν σημαίνει πως η Περιφέρεια επιβάλλεται στους Δήμους». Αντιθέτως, «σημαίνει ότι παρακολουθεί τις δυνατότητές τους να αξιοποιήσουν τους διαθέσιμους πόρους». Αν ένας φορέας δεν μπορεί να προχωρήσει, «οι πόροι πρέπει να κατευθυνθούν σε άλλον Δήμο ή σε άλλον δικαιούχο, ώστε να μη χαθούν». Κατά τον ίδιο, «αυτή είναι η ευθύνη μιας Περιφερειακής Αρχής που διαχειρίζεται το πρόγραμμα».
Αναφερόμενος στη θητεία της «ΑΝΑΣΑ», ο κ. Γαλιατσάτος υπενθυμίζει: «Κατά τη διάρκεια της δικής μας θητείας πραγματοποιήθηκαν σημαντικές εντάξεις έργων, αλλά κυρίως επιτεύχθηκε υψηλή απορρόφηση των διαθέσιμων πόρων». Όπως σημειώνει, «αυτό έδωσε τη δυνατότητα στην επόμενη Περιφερειακή Αρχή Κράτσα να ολοκληρώσει το πρόγραμμα 2014-2020 με απορρόφηση που ξεπέρασε το 100%».
«Παραδώσαμε το πρόγραμμα το 2019 έχοντας κάνει την απαραίτητη προετοιμασία και κινητοποιώντας όλους τους εμπλεκόμενους φορείς», τονίζει. «Έτσι εξασφαλίστηκε υπέρ δέσμευση πόρων και μεταφέρθηκαν επιπλέον κονδύλια από άλλες Περιφέρειες που δεν κατάφεραν να τα αξιοποιήσουν». Όπως υπενθυμίζει, «εκείνη την περίοδο η Περιφέρεια Ιονίων Νήσων βρισκόταν στις πρώτες θέσεις πανελλαδικά ως προς την απορρόφηση Ευρωπαϊκών πόρων».
Σήμερα, σύμφωνα με τον ίδιο, «η Περιφέρεια σήμερα κινείται μεταξύ της 10ης και 12ης θέσης στους σχετικούς δείκτες». Αυτή η εικόνα, όπως λέει, «δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανοποιητική». Παράλληλα, επικρίνει την τακτική του Περιφερειάρχη να επικαλείται τις επιδόσεις στο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης: «Αυτό δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ του. Αντίθετα, δείχνει ότι δεν αξιοποιούνται επαρκώς οι Ευρωπαϊκοί πόροι, οι οποίοι έχουν πολύ μεγαλύτερη αναπτυξιακή αξία για την οικονομία και την κοινωνία». Οι εθνικοί πόροι, προσθέτει, «μπορούν να καλύψουν άλλες ανάγκες και δεν πρέπει να υποκαθιστούν τη σωστή αξιοποίηση του ΕΣΠΑ».
Για τη Ζάκυνθο, κάνει λόγο για «ιδιαίτερα απογοητευτική εικόνα». Όπως αναφέρει, «αν εξετάσει κανείς τα έργα που έχουν ενταχθεί μέχρι σήμερα στο ΕΣΠΑ, θα διαπιστώσει ότι δεν υπάρχει κάποιο ουσιαστικό αναπτυξιακό έργο που να χρηματοδοτείται μέσω της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων». Γι’ αυτό «η χρηματοδότηση προς τη Ζάκυνθο παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη». Ανάλογη εικόνα παρουσιάζει, όπως λέει, και η Λευκάδα. «Η μόνη Περιφερειακή Ενότητα που έχει περισσότερες εντάξεις έργων είναι η Κέρκυρα, χωρίς όμως να υπάρχουν ακόμη αντίστοιχες απορροφήσεις».
Απευθύνει, ωστόσο, μια ευχή και προτροπή: «Εύχομαι ο Περιφερειάρχης να αξιοποιήσει τον περιορισμένο χρόνο που απομένει, να συνεργαστεί ουσιαστικά με τους Δημάρχους και να προχωρήσει άμεσα στη συμβασιοποίηση έργων και δράσεων». Όπως επισημαίνει, «αυτό είναι πλέον το κρίσιμο ζητούμενο. Τουλάχιστον να διασωθεί ό,τι είναι ακόμη εφικτό». Και διευκρινίζει: «Δεν τα επισημαίνουμε αυτά από διάθεση αντιπολίτευσης ή μικροπολιτικής. Αντιλαμβανόμαστε πολύ καλά τι σημαίνει για τον τόπο και τους πολίτες η απώλεια ευρωπαϊκών πόρων».
Σε πολιτικό επίπεδο, ο επικεφαλής της «ΑΝΑΣΑ» εκτιμά ότι «το πολιτικό τοπίο είναι ιδιαίτερα ρευστό και μέχρι τις επόμενες εκλογές αναμένεται έντονη πολιτική αντιπαράθεση». Όπως λέει, «η κυβέρνηση, μετά από αρκετά χρόνια στην εξουσία, δυσκολεύεται να πείσει ότι εξακολουθεί να αποτελεί μια φρέσκια πολιτική δύναμη και επιχειρεί να αμυνθεί, αντιμετωπίζοντας τις νέες πολιτικές πρωτοβουλίες που εμφανίζονται».
Ο ίδιος θεωρεί πως «το αν οι νέοι πολιτικοί σχηματισμοί επηρεάσουν ουσιαστικά τις εξελίξεις θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο θα πείσουν τους πολίτες ότι εκφράζουν μια διαφορετική προοπτική και μπορούν να δώσουν απαντήσεις στα προβλήματα της κοινωνίας». Με βάση τα σημερινά δεδομένα, σημειώνει, «είναι πολύ πιθανό κανένα κόμμα να μη διαθέτει αυτοδύναμη κυβέρνηση». Επομένως, «όποιο κόμμα αναδειχθεί πρώτο ενδέχεται να χρειαστεί συνεργασίες για τον σχηματισμό κυβέρνησης». Αν αυτό δεν καταστεί δυνατό, «θα πάμε σε επαναληπτικές εκλογές».
Ο ίδιος καταλήγει ότι «μπαίνουμε σε μια νέα πολιτική περίοδο, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε θετικές εξελίξεις, εφόσον ενεργοποιηθεί περισσότερο η κοινωνία». Όπως παρατηρεί, «τα τελευταία χρόνια επικρατεί στάση απογοήτευσης και αδράνειας. Παρότι πολλοί αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες, δεν πιστεύουν ότι μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα και παρακολουθούν παθητικά τις εξελίξεις».
Κλείνοντας, υπογραμμίζει ότι «αν ενεργοποιηθεί ξανά ο λαϊκός παράγοντας, μπορούν να υπάρξουν διαφορετικές πολιτικές εξελίξεις και κυβερνήσεις με πιο προοδευτικό προσανατολισμό, οι οποίες θα στηρίξουν ουσιαστικά τα κοινωνικά στρώματα που συνεχίζουν να δοκιμάζονται, όπως οι μικρομεσαίοι, οι εργαζόμενοι και οι φτωχοί αγρότες».