Έρχεται η σειρά μας να επιχειρήσουμε μια μεγάλη πολιτική υπέρβαση
Θέλουμε να ενώσουμε τον προοδευτικό χώρο και όχι να τον διαιρέσουμε
Οι πολίτες διαπιστώνουν αδιέξοδα στη πολιτική της ΝΔ
Η κυβέρνηση απέτυχε να αντιμετωπίσει τα μεγάλα προβλήματα της καθημερινότητας
Τα περί μη κοστολόγησης του προγράμματός μας είναι προφάσεις εν αμαρτίαις
Θα συνεργαστεί ο κ. Ανδρουλάκης με τη ΝΔ; Έντεκα Υπουργοί σήμερα προέρχονται από το ΠΑΣΟΚ
Την ανάγκη δημιουργίας μιας εναλλακτικής πολιτικής πρότασης, τις προτεραιότητες της ΕΛ.Α.Σ για την αντιμετώπιση της ακρίβειας και την αποκατάσταση των εργασιακών δικαιωμάτων, αλλά και τις προοπτικές συνεργασίας στον προοδευτικό χώρο, ανέλυσε ο Διονύσης Τεμπονέρας, Τομεάρχης Εργατικής Πολιτικής της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, σε συνέντευξη που παραχώρησε στον ραδιοφωνικό σταθμό ΣΤΙΓΜΑ 97,6.
Αναφέρθηκε αρχικά στην απώλεια ενός σημαντικού συντρόφου, του Ηλία Μακρή, εκφράζοντας τα συλλυπητήριά του στους οικείους του. Όπως σημείωσε, ήταν ένας άνθρωπος που γνώριζε προσωπικά, τον οποίο χαρακτήρισε εξαιρετικό, δραστήριο και με ιδιαίτερη προσωπικότητα.
Αναφερόμενος στη δημοσκοπική εικόνα του πολιτικού σκηνικού, όπου η Νέα Δημοκρατία διατηρεί την πρώτη θέση, παρά τα προβλήματα της ενεργειακής κρίσης και της ακρίβειας, ενώ τα υπόλοιπα κόμματα εμφανίζουν στασιμότητα, υποστήριξε ότι η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη βρίσκεται ακόμη στην αρχή της πολιτικής της πορείας.
Όπως εξήγησε, πρόκειται για ένα κόμμα μόλις τεσσεράμισι μηνών, χωρίς κρατική χρηματοδότηση και κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, με νέα στελέχη και με ένα πρόγραμμα που παρουσιάστηκε λίγες εβδομάδες πριν από τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Παράλληλα, η οργανωτική διάταξη των δυνάμεών του ολοκληρώθηκε μόλις δέκα ημέρες πριν από τη συνέντευξη, καθώς είχαν προηγηθεί οι διαδικασίες συγκρότησης των συντονιστικών οργάνων σε όλη τη χώρα.
«Υπάρχει μια προσπάθεια η οποία είναι σε εξέλιξη και η οποία αποτελεί για εμάς περισσότερο έναν μαραθώνιο και όχι ένα κατοστάρι», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Υποστήριξε ότι, υπό αυτές τις συνθήκες, δεν ήταν καθόλου δεδομένο ότι ένα κόμμα χωρίς τα συγκεκριμένα οργανωτικά και θεσμικά χαρακτηριστικά θα κατάφερνε να καταγράφεται σε όλες τις δημοσκοπήσεις στη δεύτερη θέση. Εκτίμησε ότι έχει τη δυνατότητα το επόμενο διάστημα να αναπτύξει τη δυναμική του, να διαμορφώσει ισχυρότερο πολιτικό λόγο και να μεταφέρει τις θέσεις του σε όλες τις κοινωνικές ομάδες που επιδιώκει να εκπροσωπήσει.
«Για εμάς, αυτό το 16%-17% που καταγράφεται στις δημοσκοπήσεις αυτές τις ημέρες δεν είναι το ταβάνι, αλλά ο βατήρας», δήλωσε, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι το κόμμα μπορεί να αυξήσει την εκλογική του επιρροή και να πείσει τους πολίτες ότι υπάρχει εναλλακτική πολιτική πρόταση.
Εξηγώντας την κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας στο πολιτικό σκηνικό, υποστήριξε ότι αυτή συνδέεται με την απουσία ενός ισχυρού αντίπαλου πόλου και μιας εναλλακτικής πρότασης διακυβέρνησης. Όπως ανέφερε, τα τρία χρόνια χωρίς τον Αλέξη Τσίπρα και τη νέα πολιτική πρωτοβουλία του, τα υφιστάμενα κόμματα, το ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ και οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις, είχαν τον χώρο και τον χρόνο να δημιουργήσουν προοπτικές κυβερνησιμότητας, κάτι που για διάφορους λόγους, δεν συνέβη.
«Έρχεται η σειρά μας να επιχειρήσουμε μια μεγάλη πολιτική υπέρβαση», σημείωσε, διευκρινίζοντας ότι αυτή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί από τη μία ημέρα στην άλλη. Απαιτεί οργανωμένη παρουσία, σαφή προγραμματικό λόγο και προσπάθεια επικοινωνίας με τους πολίτες σε ολόκληρη τη χώρα.
Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε στις περιοδείες του Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος είχε επισκεφθεί την Κρήτη και τη Θεσσαλία, με στόχο να ακολουθήσουν επισκέψεις σε μεγάλες πόλεις και σε ολόκληρη την Ελλάδα. «Μας ενδιαφέρει να ενώσουμε την πάλαι ποτέ προοδευτική παράταξη, δεν μας ενδιαφέρει να χάσουμε τον κόσμο», ανέφερε, διευκρινίζοντας ότι η προσπάθεια δεν απευθύνεται μόνο στους πολίτες που παραδοσιακά κινούνται στον προοδευτικό χώρο.
Όπως υπογράμμισε, στόχος είναι να προσεγγιστούν και πολίτες που είχαν κάνει διαφορετικές πολιτικές επιλογές στις προηγούμενες εκλογές, ακόμη και όσοι είχαν ψηφίσει Νέα Δημοκρατία, αλλά πλέον διαπιστώνουν αδιέξοδα στην πολιτική της και αναζητούν μια διαφορετική επιλογή διακυβέρνησης.
Εκτίμησε ότι η σχετική στασιμότητα που αποτυπώνεται στις δημοσκοπήσεις συνδέεται και με το γεγονός ότι οι θέσεις της ΕΛ.Α.Σ δεν έχουν ακόμη φτάσει στο σύνολο των πολιτών. Ως παράδειγμα ανέφερε τις συγκεντρώσεις που πραγματοποιήθηκαν δύο ημέρες πριν για εκπαιδευτικά ζητήματα, με ιδιαίτερη έμφαση στο πρόβλημα της φοιτητικής στέγης. Όπως σημείωσε, πολλοί νέοι δεν καταφέρνουν να σπουδάσουν στη σχολή της επιλογής τους, καθώς αδυνατούν να ανταποκριθούν στο αυξημένο κόστος σπουδών και κυρίως, στα υψηλά ενοίκια.
Η ΕΛ.Α.Σ είχε αναδείξει από τους πρώτους μήνες της δημιουργίας της, την ανάγκη καθιέρωσης φοιτητικού επιδόματος ύψους 500 ευρώ για δέκα μήνες, προκειμένου οι φοιτητές να μπορούν να σπουδάσουν στη σχολή που επιθυμούν. Παράλληλα, αναφέρθηκε στην πρόταση για αυξήσεις έως και 500 ευρώ, όχι μόνο για νοσηλευτές και γιατρούς, αλλά και για εκπαιδευτικούς, υποστηρίζοντας ότι οι αποδοχές τους πρέπει να αυξηθούν ουσιαστικά.
Στόχος είναι να μην αμείβεται ένας νεοδιόριστος εκπαιδευτικός με 800-900 ευρώ, αλλά να έχει πραγματικές αυξήσεις που θα του επιτρέπουν να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της καθημερινότητας. Επιπλέον, έκανε αναφορά στην αποσύνδεση ή κατάργηση των Πανελλαδικών Εξετάσεων, οι οποίες επιβαρύνουν οικονομικά τις οικογένειες με μεγάλα ποσά για την προετοιμασία των παιδιών τους.
«Όλα αυτά που σας περιέγραψα είμαι βέβαιος ότι πάρα πολλοί πολίτες δεν τα γνωρίζουν. Και αυτό είναι δική μας ευθύνη, να μεταδώσουμε το πολιτικό μήνυμα και να μπορούμε να πείσουμε τους πολίτες ότι πράγματι υπάρχει ένας άλλος δρόμος», τόνισε. Εξέφρασε μάλιστα, την εκτίμηση ότι, όσο περνά ο χρόνος και ενισχύεται η επικοινωνία με την κοινωνία, η προσπάθεια αυτή θα αποδώσει καρπούς και θα αποτυπωθεί και στις δημοσκοπικές μετρήσεις.
Στη συνέχεια, η συζήτηση επικεντρώθηκε στις κυβερνητικές εξαγγελίες και στις αιτιάσεις της Νέας Δημοκρατίας ότι το πρόγραμμα του Αλέξη Τσίπρα, το οποίο παρουσιάστηκε στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, δεν είναι κοστολογημένο και δεν ανταποκρίνεται στις δημοσιονομικές δυνατότητες της χώρας.
Απάντησε ότι η κυβέρνηση έχει αποτύχει να αντιμετωπίσει τα μεγάλα προβλήματα της καθημερινότητας, υποστηρίζοντας ότι το ζητούμενο δεν είναι μόνο η κοστολόγηση των μέτρων, αλλά κυρίως η αποτελεσματικότητά τους. Η κυβέρνηση επικαλείται τη διάθεση 1,4 δισ. ευρώ για την αντιμετώπιση της ακρίβειας, ωστόσο η τιμή της βενζίνης παραμένει στα 2,20 ευρώ το λίτρο, με ακόμη υψηλότερες τιμές στα νησιά. Παράλληλα, τα ενοίκια αντί να μειώνονται αυξήθηκαν κατά 6%-7% το 2025, ενώ οι τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος παραμένουν ιδιαίτερα υψηλές.
Αναφερόμενος στην αγορά των σούπερ μάρκετ, σημείωσε ότι τα μέτρα και οι συμφωνίες που προώθησε η κυβέρνηση δεν κατάφεραν να συγκρατήσουν τις τιμές, με αποτέλεσμα ο πληθωρισμός να φτάσει στο 5,1% τον προηγούμενο μήνα, περίπου 1,5 ποσοστιαία μονάδα πάνω από τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο.
«Τα περί κοστολόγησης είναι προφάσεις εν αμαρτίαις, όταν κάποιος θέλει να δώσει μια εικόνα ότι δεν υπάρχει ένας άλλος δρόμος», υποστήριξε.
Παρουσιάζοντας τις προτάσεις της ΕΛ.Α.Σ για τα καύσιμα, ανέφερε ότι θα μπορούσε να εφαρμοστεί πλαφόν στο περιθώριο κέρδους των εταιρειών διύλισης και των πρατηρίων, χωρίς δημοσιονομικό κόστος. Ένα τέτοιο μέτρο θα μπορούσε να μειώσει την τιμή του πετρελαίου θέρμανσης στο 1,40 ευρώ το λίτρο και του πετρελαίου κίνησης στο 1,80 ευρώ. Αντίθετα, η κυβέρνηση επέλεξε να κινηθεί στην κατεύθυνση των επιδοτήσεων, οι οποίες δεν αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά το πρόβλημα.
Παράλληλα, έθεσε το ζήτημα της φορολόγησης των υπερκερδών των δύο μεγάλων διυλιστηρίων, υποστηρίζοντας ότι κατά το πρώτο εξάμηνο του 2027 τα υπερκέρδη ανήλθαν σε 27 δισ. ευρώ. Η φορολόγηση αυτών των κερδών θα μπορούσε να αποφέρει στο κράτος αρκετές εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, τα οποία θα μπορούσαν να διατεθούν για κοινωνικές παρεμβάσεις.
Ερωτηθείς για την επαναφορά της 13ης σύνταξης και του 13ου μισθού στο Δημόσιο, ανέφερε ότι το κόμμα του δεν έχει αποκλείσει την επαναφορά κοινωνικών παροχών, υπογραμμίζοντας ότι η σχετική συζήτηση πρέπει να συνδέεται με τη διεύρυνση των δημοσιονομικών δυνατοτήτων και την κοινωνική δικαιοσύνη.
Υπενθύμισε ότι βασικό σύνθημα του προγράμματος που παρουσιάστηκε στη ΔΕΘ ήταν «πρώτα παράγουμε περισσότερο, μετά μοιράζουμε δικαιότερα και μετά εξασφαλίζουμε την αξιοπρεπή διαβίωση των πολιτών».
Όπως εξήγησε, ο δημοσιονομικός χώρος που προβλέπεται στο μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα είναι συγκεκριμένος, ωστόσο μπορεί να διευρυνθεί μέσω της φορολόγησης του μεγάλου πλούτου, της προοδευτικής φορολόγησης των μερισμάτων, της κατάργησης φοροαπαλλαγών και της εφαρμογής πατριωτικής εισφοράς.
Με αυτόν τον τρόπο, θα μπορούσαν να εξασφαλιστούν πόροι τόσο για την επαναφορά κοινωνικών παροχών όσο και για την εφαρμογή νέων πολιτικών προτεραιοτήτων. Μία από αυτές, είναι η καταβολή της 13ης σύνταξης στους συνταξιούχους, ενώ προανήγγειλε ότι μπορούν να εξεταστούν και άλλες παροχές, ανάλογα με τη διεύρυνση του δημοσιονομικού χώρου και τις ανάγκες της κοινωνίας.
Επισήμανε, παράλληλα, ότι η φορολογική πολιτική πρέπει να διασφαλίζει δικαιότερη κατανομή των βαρών μεταξύ των πολιτών. «Τίποτα δεν έχει αποκλειστεί, όλα είναι στο τραπέζι», είπε χαρακτηριστικά.
Στο ίδιο πλαίσιο, σημείωσε ότι στα τέλη Ιανουαρίου έχει προγραμματιστεί το οργανωτικό συνέδριο του κόμματος, με στόχο τη διαμόρφωση και τον εμπλουτισμό του προγράμματος μέσα από τον διάλογο με την κοινωνία, τόσο για τα τοπικά όσο και για τα κεντρικά πολιτικά ζητήματα. Το πρόγραμμα δεν είναι στατικό, αλλά πρέπει να προσαρμόζεται στις εξελίξεις, στις οικονομικές συνθήκες και στις ανάγκες των πολιτών.
Αναφερόμενος στις άμεσες προτεραιότητες της εργατικής πολιτικής, έθεσε ως βασικό στόχο την αποκατάσταση μιας στοιχειώδους κανονικότητας στην αγορά εργασίας. Όπως είπε, αυτό προϋποθέτει την επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και την ενίσχυση της Επιθεώρησης Εργασίας, ώστε να διασφαλίζεται η εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας.
Ως παράδειγμα ανέφερε την κατάσταση στον νομό Κορινθίας, επισημαίνοντας ότι, σύμφωνα με όσα παρουσίασε, ένας επιθεωρητής καλείται να ελέγξει περίπου 8.000 επιχειρήσεις, χωρίς να διαθέτει τηλέφωνο και ούτε αυτοκίνητο για να πραγματοποιεί τους απαραίτητους ελέγχους. Όπως υποστήριξε, αντίστοιχα προβλήματα υπάρχουν και στη Ζάκυνθο.
«Ό,τι και αν λένε οι συλλογικές συμβάσεις, ό,τι και αν λέει η νομοθεσία, ό,τι και αν διατάξει ή ψηφίσει η κυβέρνηση στη Βουλή, αν δεν υπάρχει ελεγκτικός μηχανισμός να την επιτηρήσει, καταντάει γράμμα κενό περιεχομένου», σχολίασε.
Η αποκατάσταση της νομιμότητας στην αγορά εργασίας απαιτεί την κατάργηση διατάξεων που χαρακτήρισε αντεργατικές, όπως το 13ωρο, οι απλήρωτες υπερωρίες και το εξαήμερο. Υποστήριξε ότι είναι απαραίτητη η δημιουργία ισχυρών ελεγκτικών μηχανισμών, με προσλήψεις προσωπικού, στελέχωση των υπηρεσιών και αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων. Η πολιτική της ΕΛ.Α.Σ επιδιώκει να στείλει ένα διαφορετικό μήνυμα στον κόσμο της εργασίας, αναδεικνύοντας τη δυνατότητα ουσιαστικής βελτίωσης των συνθηκών για τους εργαζόμενους.
«Δεν λέμε ότι θα είναι ο παράδεισος, δεν υποσχόμαστε σε όλους τα πάντα. Υποσχόμαστε όμως εντιμότητα, καθαρότητα, αποτελεσματικότητα και ένα κοινωνικό πρόσημο πολιτικής, το οποίο βεβαίως θέλει να εκπροσωπήσει τις προτεραιότητες των κόσμων της εργασίας», συμπλήρωσε.
Στο τελευταίο μέρος της συνέντευξης, αναφέρθηκε στις προοπτικές συνεργασίας των κομμάτων του προοδευτικού χώρου και στις σχέσεις της ΕΛ.Α.Σ με τον ΣΥΡΙΖΑ, το ΠΑΣΟΚ και άλλες πολιτικές δυνάμεις.
Υποστήριξε ότι η προσπάθεια ενοποίησης του προοδευτικού χώρου δεν ξεκίνησε τώρα, αλλά βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και περίπου τρία χρόνια. Οι ηγεσίες των υφιστάμενων κομμάτων δεν κατάφεραν να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι και να συμφωνήσουν σε μια κοινή πολιτική κατεύθυνση. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε ότι δεν κατέστη δυνατό να υπάρξει ούτε κοινή υποψηφιότητα για την Προεδρία της Δημοκρατίας.
«Δεν βλέπω αυτό το οποίο δεν κατάφερε να γίνει όταν υπήρχε και ο πολιτικός χρόνος για συμφωνίες πάνω από το τραπέζι, να συμβεί τώρα και να οδηγήσει σε ένα άλλο αποτέλεσμα, ενώ είμαστε παραμονές των εκλογών και τα πράγματα είναι πάρα πολύ δύσκολα», σημείωσε.
Κατά την εκτίμησή του, το κενό μεταξύ των προοδευτικών δυνάμεων διευρύνθηκε, ενώ η προσπάθεια σύνθεσης απέτυχε, με ευθύνες κυρίως των κομματικών ηγεσιών. Για τον λόγο αυτό απαιτείται μια νέα πολιτική πρωτοβουλία, η οποία θα μπορούσε να διαμορφώσει διαφορετικούς όρους εκπροσώπησης του προοδευτικού χώρου.
«Είναι η ώρα μιας μεγάλης πολιτικής υπέρβασης», ανέφερε, περιγράφοντας ως βασική προϋπόθεση τη δημιουργία μιας νέας πολιτικής ενότητας στην κάλπη της ΕΛ.Α.Σ, με νέο πολιτικό σχέδιο και ισχυρή ηγεσία που θα συνδυάζει την εμπειρία με την παρουσία νέων στελεχών.
Όπως εξήγησε, το πολιτικό σχέδιο πρέπει να διευρυνθεί, να εμπλουτιστεί και να μπορέσει να απευθυνθεί στο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας. Διευκρίνισε, η ΕΛ.Α.Σ δεν βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο στάδιο των συμφωνιών συνεργασίας με άλλα κόμματα. Οι σχετικές αποφάσεις, θα καθοριστούν μετά τις εκλογές, με βάση το αποτέλεσμα και τις επιλογές του Ελληνικού λαού.
«Εμείς δεν είπαμε ότι θα έχουμε αυτοδυναμία. Είπαμε, ότι θα αναδειχθούμε στον προοδευτικό χώρο, προκειμένου να διεκδικήσουμε να εφαρμόσουμε το πρόγραμμά μας», τόνισε.
Στο πλαίσιο της συζήτησης για τις μετεκλογικές συνεργασίες, αναφέρθηκε και στη διαφορά ανάμεσα σε μια συνεργασία που αντιμετωπίζεται ως αναγκαστική επιλογή και σε μια συνεργασία που στηρίζεται σε σαφείς πολιτικούς όρους. Ειδικότερα, υποστήριξε ότι η συνεργασία του ΣΥΡΙΖΑ με τους Ανεξάρτητους Έλληνες κατά την περίοδο διακυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα δεν ακύρωσε τις πολιτικές επιλογές της τότε κυβέρνησης.
Παράλληλα, έφερε ως παράδειγμα τη σημερινή κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, υποστηρίζοντας ότι έντεκα Υπουργοί της προέρχονται από τον χώρο του ΠΑΣΟΚ. Αντίστοιχη εικόνα δεν υπήρξε σε ό,τι αφορά τα στελέχη και τους υπουργούς του ΣΥΡΙΖΑ.
Καταλήγοντας, υπογράμμισε ότι κάθε σύγκριση ανάμεσα σε διαφορετικές πολιτικές συνεργασίες πρέπει να γίνεται με βάση τα πραγματικά ιστορικά δεδομένα και με συνέπεια ως προς τις πολιτικές επιλογές που έχουν γίνει.
«Νομίζω ότι ακόμη και μια τέτοια κριτική, αν γίνεται, θα πρέπει να γίνεται με όρους ιστορικής αλήθειας και συνέπειας», ανέφερε ο Διονύσης Τεμπονέρας, ολοκληρώνοντας την παρέμβασή του στον ΣΤΙΓΜΑ 97,6.