ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ 29/06/2026

Η Ζάκυνθος έχει χάσει 40 ημέρες βροχής τα τελευταία 70 χρόνια – Απαιτείται ιδιαίτερα προσεκτική διαχείριση του νερού

Αναστάσιος Καλημέρης
Καθηγητής Κλιματολογίας Ιονίου Πανεπιστημίου

00:00

• Έρευνα για την κλιματική μεταβλητότητα σε ολόκληρο τον χώρο των Επτανήσων
• Η Ζάκυνθος είναι το νησί με τις μικρότερες βροχοπτώσεις στα Επτάνησα.

• Στο νησί διαθέτουμε καθημερινές μετεωρολογικές καταγραφές ήδη από το 1893.
• Οι μακροχρόνιες μειώσεις των βροχοπτώσεων που παρατηρούνται στη Ζάκυνθο είναι πιθανό να συνεχιστούν.
• Ανάγκη για ορθολογική διαχείριση των υδάτινων πόρων και νέες λύσεις.

Ο Καθηγητής Κλιματολογίας του Ιονίου Πανεπιστημίου, Αναστάσιος Καλημέρης, μίλησε στον ραδιοφωνικό σταθμό ΣΤΙΓΜΑ 97,6 για τις εξελίξεις στο κλίμα της Ζακύνθου και των Επτανήσων, αναλύοντας τα ευρήματα δεκαετιών ερευνών του Τμήματος Περιβάλλοντος και του Εργαστηρίου Φυσικής Περιβάλλοντος και Ενέργειας.

Όπως επισήμανε, η νησιωτική φύση της περιοχής καθιστά κρίσιμο το ζήτημα της διαχείρισης του βρόχινου νερού, που αποτελεί τη μοναδική φυσική πηγή υδροδότησης. «Από τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 μέχρι σήμερα, οι βροχοπτώσεις στο νησί έχουν μειωθεί σημαντικά, τόσο ως προς την ποσότητα όσο και ως προς τον αριθμό των ημερών βροχής», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Η διαπίστωση αυτή αποτέλεσε το έναυσμα για την έναρξη, πριν από περίπου είκοσι χρόνια, μιας εντατικής έρευνας για την κλιματική μεταβλητότητα στα Επτάνησα, με αφορμή την ίδρυση του Τμήματος Περιβάλλοντος στο τότε ΤΕΙ Ιονίων Νήσων, το οποίο σήμερα ανήκει στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. «Το πρώτο που μας απασχόλησε ήταν η ανάπτυξη ενός πυκνού μετεωρολογικού δικτύου, ώστε να γνωρίζουμε τη χωρική και χρονική μεταβλητότητα κρίσιμων κλιματικών παραμέτρων», εξήγησε.

Οι μετρήσεις έδειξαν σημαντικές διαφοροποιήσεις ακόμη και μέσα στο ίδιο νησί. Για παράδειγμα, στη Ζάκυνθο η βροχόπτωση διαφέρει αισθητά μεταξύ νοτιοδυτικών, πεδινών και βόρειων περιοχών. «Η αντίληψη ότι η Ζάκυνθος είναι το νησί με τις περισσότερες βροχοπτώσεις στο Ιόνιο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η Ζάκυνθος είναι το νησί με τις μικρότερες βροχοπτώσεις στα Επτάνησα», υπογράμμισε, προσθέτοντας ότι η Κέρκυρα δέχεται τις μεγαλύτερες ποσότητες βροχής, ακολουθούμενη από τη βόρεια και δυτική Κεφαλονιά.

Αναφερόμενος στα πρόσφατα δεδομένα, εξήγησε πως κατά το υδρολογικό έτος που ολοκληρώνεται στις 30 Ιουνίου, ένα έτος πλούσιο σε βροχές για τη Δυτική Ελλάδα, ο μέσος όρος βροχόπτωσης στη Ζάκυνθο έφτασε περίπου τα 1.150 χιλιοστά, έναντι 840 χιλιοστών που είναι ο μακροχρόνιος μέσος όρος. Την ίδια περίοδο, η Κεφαλονιά δέχθηκε περίπου 1.400 χιλιοστά, γεγονός που αναδεικνύει τη διαφορά των δύο νησιών.

Παράλληλα, σημείωσε ότι μέσα στο ίδιο νησί οι διακυμάνσεις είναι έντονες. Σε αρκετές περιοχές της Ζακύνθου οι βροχές ξεπέρασαν τα 1.000 χιλιοστά, ενώ σε ορισμένα σημεία, όπως ανέφερε, «έφτασαν ακόμη και τα 1.760». Αντίθετα, στο Σκινάρι, ο σταθμός κατέγραψε περίπου 810 χιλιοστά, ποσότητα που για τη συγκεκριμένη τοποθεσία θεωρείται ιδιαίτερα υψηλή.

«Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι μέσα στα τελευταία εβδομήντα χρόνια η Ζάκυνθος έχει χάσει περίπου 40 έως 45 ημέρες βροχής», σημείωσε ο ίδιος. Παρότι υπάρχουν μεγάλες ετήσιες διακυμάνσεις, όπως είπε, καταγράφονται και έντονες πολυετείς μεταβολές. «Τα δύο τελευταία χρόνια το νησί δέχθηκε περίπου 900 έως 1.100 χιλιοστά βροχής, ενώ το 2024 μόλις 300 έως 400. Γι’ αυτό και δεν εξάγουμε συμπεράσματα από μία ή δύο χρονιές. Η βάση αξιολόγησης πρέπει να είναι τουλάχιστον τριάντα έτη».

Το Εργαστήριο Φυσικής Περιβάλλοντος και Ενέργειας, πρόσθεσε, μελετά συστηματικά τη μεταβλητότητα της βροχόπτωσης και της θερμοκρασίας, όχι μόνο στα Επτάνησα, αλλά και σε ολόκληρη τη Μεσόγειο μέσω πρόσφατης επιστημονικής μελέτης. «Στόχος μας είναι να γνωρίζουμε τι συμβαίνει στη Ζάκυνθο και να συγκρίνουμε τις μεταβολές με εκείνες που παρατηρούνται στην ευρύτερη περιοχή της κεντρικής και ανατολικής Μεσογείου».

Για τη συγκεκριμένη έρευνα χρησιμοποιήθηκαν δεδομένα του Ευρωπαϊκού Κέντρου Μεσοπρόθεσμων Προγνώσεων Καιρού. Μελετήθηκαν ωριαίες τιμές βροχόπτωσης από το 1950 έως το 2023, σε μια τεράστια γεωγραφική περιοχή που εκτείνεται από τις Άλπεις έως τη Λιβύη και από την Πορτογαλία έως τη Μαύρη Θάλασσα. Η ανάλυση αυτού του όγκου πληροφοριών έγινε με τη χρήση σύγχρονων στατιστικών εργαλείων, οδηγώντας σε σημαντικά συμπεράσματα για τη συμπεριφορά των βροχοπτώσεων και την κλιματική μεταβλητότητα.

Εξήγησε ότι στο πολύπλοκο κλιματικό σύστημα υπάρχουν δύο κατηγορίες μεταβολών: οι τυχαίες διακυμάνσεις – οι οποίες μπορεί να είναι πολύ έντονες από χρονιά σε χρονιά – και οι αιτιοκρατικές μεταβολές, που οφείλονται σε φυσικούς μηχανισμούς. «Για να ξέρουμε αν οι σημερινές αλλαγές είναι μέρος ενός φυσικού κύκλου ή μιας μακροχρόνιας τάσης, πρέπει πρώτα να γνωρίζουμε τι έχει συμβεί στο παρελθόν», ανέφερε.

Όπως σημείωσε, για τη Ζάκυνθο υπάρχουν καθημερινές μετεωρολογικές καταγραφές ήδη από το 1893, κάτι που καθιστά το νησί «προνομιακό σε δεδομένα, χάρη στους ανθρώπους που πριν από έναν αιώνα αφιέρωσαν τη ζωή τους στη μελέτη της φύσης και των μαθηματικών».

Η ομάδα μελετά επίσης τους φυσικούς μηχανισμούς που καθορίζουν γιατί κάποιες δεκαετίες είναι πιο υγρές και άλλες πιο ξηρές, αξιοποιώντας σύγχρονα κλιματικά μοντέλα. Αυτά στηρίζονται σε διαφορετικά σενάρια εξέλιξης του κλίματος, τα οποία πρώτα δοκιμάζονται στο παρελθόν για να ελεγχθεί η αξιοπιστία τους.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, οι μακροχρόνιες μειώσεις των βροχοπτώσεων στη Ζάκυνθο είναι πιθανό να συνεχιστούν. «Στα ηπιότερα σενάρια, όπου μειώνεται η χρήση ορυκτών καυσίμων και ενισχύονται οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η επιδείνωση φαίνεται να επιβραδύνεται μετά το 2070. Αντίθετα, στα δυσμενέστερα σενάρια, οι μειώσεις των βροχοπτώσεων και η αύξηση της θερμοκρασίας αναμένεται να επιταχυνθούν».

Αναφερόμενος στις ιστορικές μεταβολές, σημείωσε ότι «οι δεκαετίες του 1960 και του 1970 ήταν ιδιαίτερα υγρές, ενώ από τη δεκαετία του 1970 έως και τη δεκαετία του 1990 επικράτησε μια παρατεταμένη ξηρή περίοδος». Από το 2000 παρατηρείται τάση ανάκαμψης, χωρίς όμως πλήρη αποκατάσταση. «Το κλίμα αξιολογείται μόνο σε μεγάλα χρονικά διαστήματα· δύο ή πέντε χρόνια δεν αρκούν για εξαγωγή συμπερασμάτων», τόνισε.

Προειδοποίησε ότι οι συγκρίσεις με νησιά του Αιγαίου είναι παραπλανητικές. «Η Ζάκυνθος, παρότι δέχεται περισσότερη βροχή, έχει μικρή επιφάνεια συλλογής και περιορισμένη δυνατότητα αποθήκευσης. Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι πόση βροχή πέφτει, αλλά πόσο από αυτό το νερό φτάνει στους υδροφορείς», είπε.

Σύμφωνα με τις μελέτες, η Ζάκυνθος έχει χάσει περίπου 280 χιλιοστά ετήσιας βροχόπτωσης τα τελευταία εβδομήντα χρόνια – ποσότητα που αντιστοιχεί στους μήνες Δεκέμβριο και Ιανουάριο παλαιότερων δεκαετιών. Παράλληλα, επισήμανε το πρόβλημα της ανεξέλεγκτης άντλησης νερού από τους υδροφορείς και της πίεσης που ασκείται το καλοκαίρι, όταν «ο πληθυσμός του νησιού αυξάνεται έως και τρεις φορές σε σχέση με τον μόνιμο».

«Το νησί έχει περιορισμένες δυνατότητες αναπλήρωσης αποθεμάτων και η γεωλογία του δεν ευνοεί τη συγκράτηση νερού. Υπολογίζεται ότι μόλις το 3% έως 5% της συνολικής βροχόπτωσης καταλήγει στους υπόγειους υδροφορείς», ανέφερε, ζητώντας «ιδιαίτερα προσεκτική διαχείριση του νερού».

Αναγνώρισε ότι οι λιμνοδεξαμενές είναι χρήσιμο εργαλείο, αλλά από μόνες τους δεν αρκούν. «Καθώς οι διαθέσιμες ποσότητες νερού μειώνονται, περιορίζεται και η αποτελεσματικότητά τους», είπε. Ανέφερε ως παράδειγμα την Κεφαλονιά, όπου λόγω μεγαλύτερης βροχόπτωσης και καλύτερης διαχείρισης λειτουργούν παράλληλα λιμνοδεξαμενές και μονάδες αφαλάτωσης.

Η αποθήκευση νερού, σύμφωνα με τον ίδιο, μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά, ενώ «η αφαλάτωση σε βιομηχανική κλίμακα αποδεικνύεται αποτελεσματική, όπως δείχνει το παράδειγμα της Μάλτας».

Αναφορικά με τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, εξήγησε ότι οι κύριες πηγές είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα και άλλες μεγάλες χώρες όπως η Ινδία. «Η Ευρώπη συμμετέχει επίσης, αλλά πρωτοστατεί στις προσπάθειες περιορισμού μέσω της ενεργειακής μετάβασης», είπε.

Καταλήγοντας, υπογράμμισε την ανάγκη αλλαγής προτύπου στη διαχείριση των υδάτινων πόρων της Ζακύνθου. «Είναι κοινή διαπίστωση ότι ο τρόπος διαχείρισης απέχει σημαντικά από αυτόν που θα έπρεπε. Αρκεί μια βόλτα στους δρόμους του νησιού για να το διαπιστώσει κανείς», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Όσον αφορά την τουριστική ανάπτυξη, εκτίμησε ότι είναι δύσκολο να ανακοπεί, «καθώς πρόκειται για δραστηριότητα με υψηλή οικονομική απόδοση». Ωστόσο, τόνισε την ανάγκη καλύτερου σχεδιασμού και ελέγχου: «Κάθε νησί διαθέτει συγκεκριμένη φέρουσα ικανότητα, την οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει επ’ αόριστον. Δεν είναι δυνατόν να αυξάνεται συνεχώς ο αριθμός των επισκεπτών ούτε να καταναλώνονται ανεξέλεγκτα οι φυσικοί πόροι. Η κατανάλωση νερού δείχνει ήδη ότι οι δυνατότητες του νησιού έχουν ξεπεραστεί. Για να το διαπιστώσει κανείς δεν χρειάζεται ιδιαίτερη επιστημονική γνώση· αρκεί να ανοίξει τη βρύση του σπιτιού του».

Μοιραστείτε το άρθρο
Κύλιση στην κορυφή