• Όλοι οι προηγούμενοι νόμοι αντικαθίστανται από τον νέο Κώδικα, που θα αποτελεί το ενιαίο νομοθετικό πλαίσιο εφαρμογής.
• Ανάρτηση στο διαδίκτυο ολόκληρων των πρακτικών των συνεδριάσεων Δημοτικών και Περιφερειακών Συμβουλίων.
• Πλέον υπάρχει σαφής κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ κράτους, Περιφερειών και Δήμων.
• Εμβληματική αλλαγή το νέο εκλογικό σύστημα και η μέθοδος της εναλλακτικής ψήφου.
• Η θεσμική ωρίμανση των Δήμων και η αποσύνδεση των δημοτικών τελών από τη ΔΕΗ.
Συνέντευξη στον ραδιοφωνικό σταθμό ΣΤΙΓΜΑ 97,6 παραχώρησε ο Δικηγόρος, Νίκος Πέττας, ο οποίος αναφέρθηκε εκτενώς στον νέο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, χαρακτηρίζοντάς τον ως νομοθέτημα ιστορικής σημασίας. Όπως υπογράμμισε, «θα αδικήσουμε ένα νομοθέτημα τεράστιας σημασίας, όπως αυτό του νέου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, εάν επικεντρώσουμε το ενδιαφέρον μας μόνο στις εκλογικές διατάξεις».
Τόνισε ότι το έργο αυτό αποτελεί αποτέλεσμα μιας επίπονης και συλλογικής προσπάθειας. «Μια ομάδα ανθρώπων, η Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή, σε συνεργασία με τις υπηρεσίες του Υπουργείου Εσωτερικών, συγκέντρωσε διατάξεις διάσπαρτες στην Ελληνική έννομη τάξη, ακόμη και από τις δεκαετίες του 1920 και του 1930, τις επεξεργάστηκε, τις κωδικοποίησε και τις παρουσίασε σε έναν ενιαίο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Νομοθετικά πρόκειται πραγματικά για ένα τιτάνιο έργο».
Όπως εξήγησε, όλοι οι προηγούμενοι νόμοι αντικαθίστανται από τον νέο Κώδικα, ο οποίος θα αποτελεί πλέον το ενιαίο νομοθετικό πλαίσιο εφαρμογής. «Αυτή είναι η ουσία της κωδικοποίησης, μια ιδιαίτερα απαιτητική νομοθετική διαδικασία, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 76 του Συντάγματος. Για τον λόγο αυτό οι Κώδικες ψηφίζονται με μία και μόνο ψηφοφορία και όχι κατ’ άρθρο, όπως συμβαίνει με τα υπόλοιπα νομοθετήματα».
Η διαδικασία της κωδικοποίησης, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν είναι εύκολη. «Η κωδικοποίηση προϋποθέτει μια ειδική Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή, η οποία εξετάζει συνολικά το αντικείμενο που ρυθμίζει. Το είδαμε πρόσφατα και με τον Κώδικα Πολεοδομικής Νομοθεσίας και τώρα με τον Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης».
Αναφερόμενος στο ζήτημα της συνταγματικότητας, ξεκαθάρισε ότι «η συνταγματικότητα κάθε διάταξης κρίνεται αποκλειστικά από τα Δικαστήρια. Είτε πρόκειται για διάταξη ενός Κώδικα είτε για οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα, η τελική κρίση ανήκει στο Συμβούλιο της Επικρατείας».
Χαρακτήρισε τον νέο Κώδικα εγγύηση συνοχής και εναρμόνισης της νομοθεσίας. «Όταν, για παράδειγμα, ψηφίζεται ένας Ποινικός Κώδικας, δημιουργείται ένα ενιαίο και συνεκτικό πλαίσιο, σε αντίθεση με τις διάσπαρτες διατάξεις που συσσωρεύονται διαχρονικά. Εύχομαι ο Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης να παραμείνει σταθερός και να μην τροποποιείται διαρκώς». Επεσήμανε μάλιστα ότι οι συνεχείς αλλαγές μπορούν να αλλοιώσουν τη συνοχή ενός νομοθετήματος, όπως συνέβη με τον Ποινικό Κώδικα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, γεγονός που προκαλεί δυσκολίες σε δικαστές και δικηγόρους.
Αναφερόμενος στις σημαντικές αλλαγές που εισάγει ο νέος Κώδικας, σημείωσε ότι πλέον «υπάρχει σαφής κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ κράτους, Περιφερειών και Δήμων, κάτι που ξεκαθαρίζει σε μεγάλο βαθμό το θεσμικό τοπίο». Επισήμανε επίσης ότι «προβλέπεται η ανάρτηση στο διαδίκτυο ολόκληρων των πρακτικών των συνεδριάσεων των Δημοτικών και Περιφερειακών Συμβουλίων». Κατά τον ίδιο, η ρύθμιση αυτή ενισχύει τη διαφάνεια, καθώς οι πολίτες «θα μπορούν να αναζητούν όχι μόνο τις αποφάσεις που δημοσιεύονται στη “Διαύγεια”, αλλά και τις αναλυτικές τοποθετήσεις κάθε Δημοτικού ή Περιφερειακού Συμβούλου».
Υπογράμμισε ότι πρόκειται για «ένα σημαντικό βήμα διαφάνειας», καθώς τα πρακτικά των συνεδριάσεων μπορούν να αποτελέσουν κρίσιμο αποδεικτικό στοιχείο ακόμη και σε δικαστικές διαδικασίες.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην πιο εμβληματική, όπως τη χαρακτήρισε, αλλαγή του νέου Κώδικα: το εκλογικό σύστημα της εναλλακτικής ψήφου. «Για πρώτη φορά εφαρμόζεται η μέθοδος της εναλλακτικής ψήφου. Αυτό σημαίνει ότι ένας υποψήφιος μπορεί να έρθει πρώτος στην πρώτη καταμέτρηση, με ποσοστό κοντά στο 42%, χωρίς όμως να εκλεγεί, εφόσον δεν συγκεντρώσει το απαιτούμενο ποσοστό και κάποιος άλλος να συγκεντρώσει περισσότερες δεύτερες προτιμήσεις».
Αναφερόμενος σε προηγούμενες εκλογικές διαδικασίες, θύμισε ότι «στις Αυτοδιοικητικές εκλογές του 2014 υποψήφιος Δήμαρχος συγκέντρωσε περίπου 45% στον πρώτο γύρο αλλά δεν εξελέγη στον δεύτερο». Όπως είπε, «σε κάθε εκλογικό σύστημα υπάρχουν σημεία που μπορεί να θεωρηθούν περισσότερο ή λιγότερο δίκαια». Επισήμανε μάλιστα ότι «δύο Δήμαρχοι, για παράδειγμα, μπορούν να αποκτήσουν την ίδια πλειοψηφία στο Δημοτικό Συμβούλιο, τα 3/5 αυτού, παρότι ο ένας εξελέγη με 42% και ο άλλος με 60%».
Εξήγησε ότι τέτοια ζητήματα συνήθως δεν κρίνονται από τα Δικαστήρια, διότι «θεωρούνται μέρος της εσωτερικής οργάνωσης του κράτους». Όπως ανέφερε, «οι κανόνες είναι γνωστοί εκ των προτέρων, ισχύουν για όλους και εφαρμόζονται με τους ίδιους όρους διαφάνειας».
Σχολιάζοντας τις προσδοκίες για το νέο εκλογικό πλαίσιο, υποστήριξε ότι «δεν θεωρώ ότι το νέο σύστημα θα οδηγήσει απαραίτητα σε ηπιότερο προεκλογικό κλίμα». Κατά τη γνώμη του, «αυτό εξαρτάται κυρίως από τις προσωπικότητες των υποψηφίων και τις τοπικές συνθήκες και όχι τόσο από το ίδιο το εκλογικό σύστημα». Παραδέχθηκε πάντως ότι υπάρχει η άποψη πως «κάποιοι υποψήφιοι θα επιδιώξουν χαμηλότερους τόνους ώστε να εξασφαλίσουν περισσότερες δεύτερες προτιμήσεις από τους ψηφοφόρους άλλων συνδυασμών», αλλά όπως σημείωσε «υπάρχει και η αντίθετη άποψη» και «δεν μπορούμε ακόμη να γνωρίζουμε πώς θα λειτουργήσει στην πράξη».
Σύμφωνα με τον ίδιο, το βέβαιο είναι ότι «για πρώτη φορά θα δοκιμαστούν οι παραδοσιακοί εκλογικοί μηχανισμοί μέσα σε ένα εντελώς διαφορετικό πλαίσιο». Επεσήμανε ότι δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί με βεβαιότητα «πώς θα επηρεαστούν τα υφιστάμενα πολιτικά και εκλογικά δίκτυα, ούτε ποια θα είναι τελικά η επίδραση του νέου συστήματος στο εκλογικό αποτέλεσμα».
Επιπλέον, τόνισε ότι «δεν υπάρχει ένα ιδανικό εκλογικό σύστημα που να λύνει όλα τα προβλήματα». Όπως είπε χαρακτηριστικά, «τα ζητήματα της καθαριότητας, της ύδρευσης, της αποχέτευσης, των συγκοινωνιών ή των σχολικών υποδομών δεν επιλύονται με έναν νόμο. Στο τέλος της ημέρας, καθοριστικό ρόλο παίζουν οι πολιτικές που εφαρμόζονται και οι άνθρωποι που καλούνται να τις υπηρετήσουν».
Αναφερόμενος σε μια ακόμη ουσιαστική αλλαγή που εισάγει ο νέος Κώδικας, εξήγησε ότι «από το 2028 τα δημοτικά τέλη αποσυνδέονται από τους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος». Κατά τον ίδιο, η Τοπική Αυτοδιοίκηση καλείται να επιδείξει θεσμική ωριμότητα. «Μέχρι σήμερα η είσπραξη των δημοτικών τελών γινόταν ουσιαστικά μέσω του εισπρακτικού μηχανισμού της ΔΕΗ. Πλέον οι ίδιοι οι Δήμοι θα πρέπει να οργανώσουν αποτελεσματικά τις υπηρεσίες τους, να εισπράττουν οι ίδιοι τα τέλη που αποφασίζουν και να αναλαμβάνουν πλήρως την ευθύνη για τα οικονομικά τους».
Η μεταφορά της είσπραξης των δημοτικών τελών στους Δήμους, όπως σημείωσε, «αποτελεί μια δοκιμασία που θα οδηγήσει την Αυτοδιοίκηση σε μεγαλύτερη θεσμική ωριμότητα». Προειδοποίησε όμως ότι «εάν αποτύχει, οποιαδήποτε μελλοντική κυβέρνηση θα αναγκαστεί να επανεξετάσει το σύστημα, καθώς δεν μπορεί να επιτρέψει την οικονομική κατάρρευση των Δήμων».
Παραδέχθηκε ακόμη ότι υπάρχει εύλογη ανησυχία, αφού «πολλοί πολίτες πληρώνουν σήμερα τα δημοτικά τέλη επειδή αυτά συνδέονται με τον λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος». Ωστόσο, όπως είπε, «είναι αναγκαίο να διαμορφωθεί μια νέα αντίληψη για τη λειτουργία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, βασισμένη στην υπευθυνότητα, τη λογοδοσία και τη θεσμική της ενηλικίωση».
Τέλος, αναφέρθηκε στην πρόταση να αποδίδεται ο ΕΝΦΙΑ μέσω της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, χαρακτηρίζοντάς την «μια συζήτηση που υπάρχει εδώ και χρόνια». Όπως διευκρίνισε, «εκεί διακυβεύονται συνολικά τα φορολογικά έσοδα του κράτους και εξακολουθούν να υπάρχουν επιφυλάξεις για την αποτελεσματικότητα των εισπρακτικών μηχανισμών των Δήμων».