• Ο Βουλευτής δεν χρειάζεται να πάρει άδεια από τον επενδυτή για να ασκήσει κοινοβουλευτικό έλεγχο.
• Είναι δυνατόν να επιτρέπεται η ανέγερση μεγάλων ξενοδοχειακών μονάδων σε απόσταση μόλις 15 μέτρων από τον αιγιαλό;
• Λήφθηκαν υπόψη τα ιδιαίτερα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής;
• Ο νόμος 5092/2024 τροποποίησε το πλαίσιο που διέπει τις κοινόχρηστες ζώνες αιγιαλού και παραλίας.
• Η κυβέρνηση με τη νομοθετική της παρέμβαση επί του νόμου Κατσέλη, αφήνει απροστάτευτους τα 2/3 των δανειοληπτών.
Συνέντευξη στον ραδιοφωνικό σταθμό ΣΤΙΓΜΑ 97,6 παραχώρησε ο Αντώνης Κασσιμάτης, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ, αναφερόμενος στην ξενοδοχειακή επένδυση στην περιοχή Μπούκα Τραγακίου, στα ερωτήματα που έχουν κοινοβουλευτικά τεθεί, στις εξελίξεις γύρω από την επαναχάραξη αιγιαλού και παραλίας στη Ζάκυνθο, όσο και στις πρόσφατες νομοθετικές ρυθμίσεις για τους δανειολήπτες του νόμου Κατσέλη.
Διευκρίνισε εξαρχής ότι «δεν πρόκειται να ασχοληθεί με τον κ. Χρήστο Ξένο ως επιχειρηματία», επισημαίνοντας ότι δεν αμφισβητεί το δικαίωμά του «να υπερασπίζεται δημόσια την επένδυσή του». Όπως είπε, «είναι απολύτως θεμιτό να παρουσιάζει τις θέσεις του και να αναδεικνύει τα οφέλη, που κατά την άποψή του, θα προκύψουν για τη Ζάκυνθο». Τόνισε, ωστόσο, ότι υπάρχει «σοβαρό πολιτικό και θεσμικό ζήτημα».
Σύμφωνα με τον ίδιο, η κοινοβουλευτική ερώτηση του Τομεάρχη Περιβάλλοντος του κόμματος, Μιλτιάδη Ζαμπάρα, «δεν απευθύνεται στον επιχειρηματία, αλλά στην κυβέρνηση και στον αρμόδιο Υπουργό», ζητώντας συγκεκριμένες απαντήσεις σχετικά με την επαναχάραξη του αιγιαλού. Τα ερωτήματα, όπως υπογράμμισε, αφορούν «τους λόγους για τους οποίους έγινε η επαναχάραξη, αν προστατεύθηκε η παράκτια ζώνη που αντιμετωπίζει κινδύνους διάβρωσης, αν λήφθηκαν υπόψη τα ιδιαίτερα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής, στο πώς διασφαλίζεται η φέρουσα ικανότητα ενός νησιού που ήδη αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υποδομών και γιατί δεν παρευρέθηκε στη συνεδρίαση της αρμόδιας επιτροπής ο εκπρόσωπος της Αποκεντρωμένης Διοίκησης για θέματα περιβάλλοντος».
Σημείωσε ότι «πριν ακόμη απαντήσει η κυβέρνηση στην κοινοβουλευτική ερώτηση, εμφανίζεται ο ωφελούμενος από την κυβερνητική απόφαση επιχειρηματίας και δίνει ο ίδιος απαντήσεις στα ερωτήματα». Αυτό, όπως είπε, «είναι το πρόβλημα — αντί να απαντήσει η κυβέρνηση, απαντά ο ωφελούμενος επιχειρηματίας».
Αναφερόμενος στη δήλωση του κ. Ξένου ότι ο κ. Ζαμπάρας, «αν είχε επικοινωνήσει με τους εκπροσώπους της επένδυσης θα είχε πειστεί για τον χαρακτήρα της», υπογράμμισε πως «ο Βουλευτής δεν χρειάζεται να πάρει άδεια από τον επενδυτή, ούτε να πειστεί από τους συμβούλους του, για να ασκήσει κοινοβουλευτικό έλεγχο». Επισήμανε ότι «αν δεχόμασταν την αντίθετη λογική, τότε κάθε κυβέρνηση θα έπρεπε να απευθύνεται σε τραπεζίτες, επιχειρηματίες ή άλλους οικονομικούς παράγοντες, για να κρίνει αν οι αποφάσεις της είναι ορθές».
«Το ζήτημα που θέτει ο Τομεάρχης Περιβάλλοντος του κόμματος προς την κυβέρνηση», πρόσθεσε, «είναι το κατά πόσο είναι σωστό η Πολιτεία, μέσω του νόμου 5092/2024 και των σχετικών διοικητικών αποφάσεων, να επιτρέπει την ανέγερση μεγάλων ξενοδοχειακών μονάδων σε απόσταση μόλις 15 μέτρων από τον αιγιαλό». Η απάντηση σε αυτό, όπως είπε, «δεν μπορεί να δοθεί από τον επιχειρηματία, αλλά θεσμικά από το αρμόδιο Υπουργείο».
Εξηγώντας το νέο καθεστώς, υπενθύμισε ότι «ο νόμος 5092/2024 τροποποίησε το πλαίσιο που διέπει τις κοινόχρηστες ζώνες αιγιαλού και παραλίας». Στο προηγούμενο καθεστώς, η ζώνη παραλίας λειτουργούσε «υποχρεωτικά ως δεύτερη κοινόχρηστη ζώνη προστασίας». Με τον νέο νόμο, όμως, «δίνεται η δυνατότητα σε ορισμένες περιπτώσεις αυτή η ζώνη να περιορίζεται ή και να καταργείται», γεγονός που επιτρέπει «οι κατασκευές να φτάνουν πολύ κοντά στο κύμα».
Όπως τόνισε, «το αποτέλεσμα είναι ορατό στους κατοίκους και στους επισκέπτες της περιοχής· όποιος βρεθεί εκεί μπορεί να διαπιστώσει την πραγματική εικόνα». Και έθεσε το ερώτημα: «Είναι σωστό, σε μια περιοχή που αντιμετωπίζει προβλήματα διάβρωσης και ζητήματα φέρουσας ικανότητας, να επιτρέπονται τέτοιες παρεμβάσεις;».
Περνώντας στο θέμα των δανειοληπτών, αναφέρθηκε στη ρύθμιση για τον νόμο Κατσέλη, υπενθυμίζοντας ότι «ο νόμος του 2010 έδωσε πραγματική ανάσα σε χιλιάδες νοικοκυριά», με περίπου 350.000 δανειολήπτες να εντάσσονται στις διατάξεις του. Όπως ανέφερε, το 2020 ο νόμος Κατσέλη, «όπως και κάθε πλαίσιο προστασίας της πρώτης κατοικίας και της επαγγελματικής στέγης, καταργήθηκε από τον νέο Πτωχευτικό Κώδικα».
Για όσους είχαν ήδη ενταχθεί και είχαν εξασφαλίσει δικαστικά ευνοϊκές ρυθμίσεις, εξήγησε. «οι εταιρείες διαχείρισης δανείων ερμήνευσαν αυθαίρετα τις μεταβολές των επιτοκίων, υποστηρίζοντας ότι οι αυξήσεις έπρεπε να επιβαρύνουν όχι μόνο τη μηνιαία δόση, αλλά και το συνολικό κεφάλαιο του δανείου». Το αποτέλεσμα, πρόσθεσε, «ήταν να δημιουργηθεί στην πράξη ένα καθεστώς πανωτοκίων».
Από τους περίπου 350.000 δανειολήπτες, «μόνο οι 100.000, δηλαδή το ένα τρίτο, συνέχισαν να εξυπηρετούν κανονικά τις ρυθμίσεις τους». Οι υπόλοιποι, «παρά την αρχική δικαστική προστασία, βρέθηκαν εκτός ρύθμισης εξαιτίας αυτών των πρακτικών». Ο Άρειος Πάγος, όπως είπε, «έκρινε ότι οι πρακτικές αυτές ήταν λανθασμένες και ότι οι τόκοι έπρεπε να υπολογίζονται επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνολικού κεφαλαίου του δανείου». Παράλληλα έκρινε ότι «πρέπει να επιστραφούν ποσά που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως».
Σύμφωνα με τον ίδιο, η κυβέρνηση, με τη νομοθετική της παρέμβαση, «δεν επεκτείνει την εφαρμογή της απόφασης σε όλους όσοι είχαν ενταχθεί στον νόμο Κατσέλη». Αντίθετα, «περιορίζει το πεδίο εφαρμογής κυρίως σε όσους παραμένουν σήμερα ενήμεροι στις υποχρεώσεις τους», με αποτέλεσμα «ένα μεγάλο μέρος των δανειοληπτών να μένει εκτός των ευεργετικών διατάξεων, παρά το γεγονός ότι επηρεάστηκε από τις ίδιες πρακτικές».
Επιπλέον, όπως τόνισε, αποκλείονται «όσοι έχουν ήδη αποπληρώσει τα δάνειά τους και όσοι βγήκαν εκτός ρύθμισης επειδή αδυνατούσαν να ανταποκριθούν στις αυξημένες απαιτήσεις που δημιουργήθηκαν».
«Δεν γνωρίζω αν αυτή η επιλογή θα αντέξει σε ενδεχόμενο έλεγχο συνταγματικότητας», πρόσθεσε, «ωστόσο πολιτικά θεωρώ ότι αποδυναμώνει τη δικαστική δικαίωση χιλιάδων δανειοληπτών». Κατά τον ίδιο, «απαιτείται ένα νέο, ισχυρό θεσμικό πλαίσιο προστασίας, αντίστοιχο με εκείνο του νόμου Κατσέλη, το οποίο θα καλύπτει τόσο την πρώτη κατοικία όσο και την επαγγελματική στέγη».
Κατέληξε επισημαίνοντας πως «το ιδιωτικό χρέος έχει φτάσει σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα και αποτελεί μια πραγματική κοινωνική βόμβα για χιλιάδες ανθρώπους».