• Το έχουμε καταγγείλει επανειλημμένα και το έχουμε θέσει εγγράφως στον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη κ. Μιχάλη Χρυσοχοΐδη.
• Δεν αποστέλλονται πάντοτε οι ακριβείς υπηρεσιακές αναφορές προς τις Προϊστάμενες αρχές.
• Εγκληματικότητα και παραβατικότητα τα τελευταία χρόνια παρουσιάζουν αυξητικές τάσεις, ποσοτικά και ποιοτικά.
• Ζητούμε μόνιμη ενίσχυση της Διεύθυνσης Αστυνομίας με προσωπικό. Δεν είμαστε Μύκονος, ούτε Σαντορίνη.
• Είμαστε και φέτος στο ίδιο έργο θεατές. Η κατάσταση είναι ελαφρώς χειρότερη σε σχέση με πέρυσι.
Συνέντευξη στον ραδιοφωνικό σταθμό ΣΤΙΓΜΑ 97,6 παραχώρησε ο Γραμματέας της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Ζακύνθου, Άγγελος Πολύζος, περιγράφοντας την πραγματική κατάσταση που επικρατεί στις Αστυνομικές υπηρεσίες του νησιού και τα συνεχιζόμενα προβλήματα υποστελέχωσης.
«Είμαστε και φέτος στο ίδιο έργο θεατές», ανέφερε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι, αν και υπήρξε κάποια ενίσχυση μέσω αποσπάσεων προσωπικού, αυτή δεν ήταν επαρκής. «Θα έλεγα μάλιστα ότι η κατάσταση είναι ελαφρώς χειρότερη σε σχέση με πέρυσι». Όπως σημείωσε, η Διεύθυνση καλείται καθημερινά να ανταποκριθεί σε ιδιαίτερα αυξημένες ανάγκες αστυνόμευσης, οι οποίες δεν περιορίζονται μόνο στην τουριστική περίοδο, ενώ το υπάρχον προσωπικό υπερβάλλει εαυτόν για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις, με την έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού να επηρεάζει πλέον άμεσα την εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών.
Αναφερόμενος στην αναλογία Αστυνομικών προς πολίτες, τόνισε: «Τους χειμερινούς μήνες είναι ένας Αστυνομικός ανά 500 πολίτες, ενώ κατά τη θερινή περίοδο, ακόμη και με την ενισχυτική δύναμη, διαμορφώνεται σε έναν αστυνομικό ανά 1.500 άτομα. Την ίδια στιγμή ο πανελλαδικός μέσος όρος είναι περίπου ένας Αστυνομικός ανά 64 πολίτες». Όπως υπογράμμισε, αυτό αποδεικνύει ότι η Διεύθυνση Ζακύνθου βρίσκεται σε πολύ δυσμενέστερη θέση συγκριτικά με άλλους νομούς της χώρας.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το πρόβλημα δεν οφείλεται στο ότι η Ζάκυνθος θεωρείται δυσμενής μετάθεση, αλλά στις αλλαγές που έγιναν στην πριμοδότηση συγκεκριμένων υπηρεσιών της Αθήνας με περισσότερα μόρια, γεγονός που αποτρέπει πολλούς Αστυνομικούς από το να επιλέξουν το νησί ως τόπο υπηρεσίας. «Τα τελευταία χρόνια ακολουθείται ένα μοντέλο ενίσχυσης παρόμοιο με εκείνο που εφαρμόζεται σε νησιά του Αιγαίου», σημείωσε, για να προσθέσει πως «η Ζάκυνθος όμως δεν είναι ούτε Μύκονος ούτε Σαντορίνη. Εκεί ο μόνιμος πληθυσμός είναι 3.000 έως 4.000 κάτοικοι, ενώ στη Ζάκυνθο ανέρχεται σε περίπου 42.000. Αυτό σημαίνει ότι οι ανάγκες αστυνόμευσης είναι αυξημένες καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους και όχι μόνο το καλοκαίρι».
Επανέλαβε ότι η Ένωση ζητά μόνιμη ενίσχυση της Διεύθυνσης Αστυνομίας με προσωπικό. «Η ασφάλεια ενός νησιού με τόσο μεγάλη τουριστική κίνηση δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην εποχική ενίσχυση. Απαιτείται δίκαιος και ουσιαστικός σχεδιασμός, που θα λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες του νησιού και θα διασφαλίζει το απαραίτητο προσωπικό προς όφελος των κατοίκων, των επισκεπτών και των ίδιων των Αστυνομικών».
Αναφερόμενος στις υπηρεσίες του Αεροδρομίου, τόνισε ότι οι Αστυνομικοί που υπηρετούν εκεί καλύπτουν αποκλειστικά τις ανάγκες του Αερολιμένα και δεν αποδεσμεύουν προσωπικό για άλλες υπηρεσίες. «Το Αεροδρόμιο διαχειρίζεται καθημερινά χιλιάδες επισκέπτες και απαιτεί συγκεκριμένο αριθμό Αστυνομικών σε κάθε βάρδια, τόσο για τον διαβατηριακό έλεγχο όσο και για την ασφάλεια των εγκαταστάσεων». Για τις καθυστερήσεις που παρατηρήθηκαν το προηγούμενο διάστημα, διευκρίνισε ότι δεν οφείλονταν σε τεχνικά προβλήματα του δικτύου αλλά αποκλειστικά στην έλλειψη προσωπικού. «Οι Αστυνομικοί που ήταν επιφορτισμένοι με τον διαβατηριακό έλεγχο εκτελούσαν παράλληλα και άλλα καθήκοντα, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται καθυστερήσεις», επεσήμανε, σημειώνοντας πάντως ότι «πλέον η κατάσταση έχει παρουσιάσει βελτίωση».
Έφερε επίσης ως χαρακτηριστικό παράδειγμα υποστελέχωσης το Τμήμα Τροχαίας, το οποίο μέχρι πρόσφατα διέθετε μόλις έντεκα αστυνομικούς για ολόκληρο το νησί, ενώ μόλις χθες ενισχύθηκε με πέντε ακόμη. «Η πρόληψη των τροχαίων ατυχημάτων και η οδική ασφάλεια απαιτούν υπηρεσίες επαρκώς στελεχωμένες, σωστά οργανωμένες και με συνεχή παρουσία στο οδικό δίκτυο», ανέφερε.
Όπως είπε, η εγκληματικότητα και η παραβατικότητα τα τελευταία χρόνια παρουσιάζουν αυξητικές τάσεις, τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά. «Τα περιστατικά που καλείται να διαχειριστεί η Αστυνομία καλύπτουν όλο το φάσμα, από απλές διαφορές και συμπλοκές μέχρι σοβαρά αδικήματα κατά της ασφάλειας, ενώ αυξημένα είναι και τα τροχαία ατυχήματα». Αναφερόμενος ειδικά στην περιοχή του Λαγανά, εξήγησε ότι υπάρχει ενισχυμένη Αστυνομική παρουσία με ομάδες ΟΠΚΕ, ΟΕΠΤΑ και στελέχη της Ασφάλειας. «Ο επιχειρησιακός σχεδιασμός, ωστόσο, δεν περιορίζεται μόνο στη συγκεκριμένη περιοχή», πρόσθεσε. Παράλληλα διευκρίνησε ότι ο τρόπος διενέργειας των ελέγχων στα καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος αποτελεί αντικείμενο του επιχειρησιακού σχεδιασμού κάθε υπηρεσίας, με τον εκάστοτε Διοικητή να καθορίζει τη δύναμη και τον τρόπο διεξαγωγής των ελέγχων.
Υπογράμμισε ότι η Αστυνομία, όπως και κάθε κρατικός φορέας, λειτουργεί μέσα σε συγκεκριμένο θεσμικό και πολιτικό πλαίσιο. «Έχουμε επανειλημμένα, διαχρονικά και εγγράφως επισημάνει τα προβλήματα και έχουμε ενημερώσει τόσο τη φυσική όσο και την πολιτική ηγεσία», σημείωσε, εκφράζοντας την έκπληξή του για το γεγονός ότι «δεν λαμβάνονται υπόψη ζητήματα τα οποία είναι εμφανή όχι μόνο στους αστυνομικούς αλλά και στην τοπική κοινωνία».
Σχετικά με την αποτύπωση της εγκληματικότητας, τόνισε ότι παρατηρείται «μια ωραιοποίηση της κατάστασης και ελλιπής καταγραφή των πραγματικών περιστατικών». Όπως είπε, «δεν αποστέλλονται πάντοτε οι ακριβείς υπηρεσιακές αναφορές προς τις Προϊστάμενες Αρχές, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει πλήρης εικόνα για τον πραγματικό αριθμό και τη σοβαρότητα των συμβάντων που αντιμετωπίζει η Διεύθυνση». Το ζήτημα αυτό, πρόσθεσε, έχει καταγγελθεί επανειλημμένα και έχει τεθεί και εγγράφως στον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη, Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, χωρίς ωστόσο να έχει δοθεί λύση. «Οι επισημάνσεις που είχαμε κάνει τότε εξακολουθούν, δυστυχώς, να παραμένουν επίκαιρες», ανέφερε.
Κλείνοντας, ο Γραμματέας της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Ζακύνθου υπογράμμισε: «Η θέση μας είναι ξεκάθαρη. Η Αστυνόμευση δεν μπορεί να βασίζεται σε επικοινωνιακές εντυπώσεις ή σε προσωρινές λύσεις. Απαιτείται ουσιαστικός σχεδιασμός, μόνιμη ενίσχυση με προσωπικό και πλήρης αποτύπωση της πραγματικής εικόνας της εγκληματικότητας, ώστε η Πολιτεία να λαμβάνει τις σωστές αποφάσεις και να διαθέτει τους απαραίτητους πόρους εκεί όπου πραγματικά υπάρχουν ανάγκες».