Ο Δικηγόρος, Νίκος Πέττας, σε συνέντευξη που παραχώρησε στον ΣΤΙΓΜΑ 97,6, αναφέρθηκε στην Υπουργική Απόφαση που καθορίζει στο εξής την εκτός σχεδίου δόμηση σε όλη την Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων των Δημοτικών Ενοτήτων της Ζακύνθου, με βάση την έκδοση του νέου Ειδικού Χωροταξικού για τον Τουρισμό.
«Τις ημέρες που πέρασαν περατώθηκε η διαδικασία και τελικά εκδόθηκε η Υπουργική Απόφαση, η οποία καθορίζει στο εξής την εκτός σχεδίου δόμηση σε όλη την Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων και των Δημοτικών Ενοτήτων της Ζακύνθου. Έχουμε τις τρεις Δημοτικές Ενότητες, Ζακυνθίων, Αρκαδίων και Λαγανά, που είναι στην κατηγορία Α. Κανένας άλλος νομός στην Ελλάδα, για το 50% της περιοχής του, δεν καταλαμβάνεται από τόσο μεγάλους περιορισμούς δομησιμότητας όσο η Ζάκυνθος», σημείωσε.
Όπως υποστήριξε, το Ειδικό Χωροταξικό Σχέδιο για τον τουρισμό δημιουργεί πολύ μεγάλες αδικίες και ανισορροπίες. Τα κριτήρια που χρησιμοποιεί για τους περιορισμούς της οικοδομησιμότητας, όσον αφορά τα ξενοδοχεία, δεν φαίνονται τόσο πειστικά, όπως επίσης ούτε τα επιχειρήματα, οι ισχυρισμοί και ακόμη και τα δεδομένα που λαμβάνει υπόψη του.
Ένα από τα προβλήματα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι ότι για τον καθορισμό των περιορισμών στην εκτός σχεδίου δόμηση λαμβάνονται υπόψη οι κλίνες που υπάρχουν σήμερα εντός σχεδίου. «Το σχέδιο δημιουργεί σε διάφορα επίπεδα αδικίες. Θεωρεί ολόκληρες Δημοτικές Ενότητες ως κορεσμένες. Στη Δημοτική Ενότητα Λαγανά, παραδείγματος χάρη, βρίσκονται Κοινότητες όπως το Κερί, το Μουζάκι και ο Αγαλάς, όπου δεν υπάρχουν αντίστοιχης έντασης ξενοδοχειακές επιχειρήσεις ή το τουριστικό φαινόμενο δεν έχει την ίδια μορφή», ανέφερε.
Κατά τον ίδιο, τα αρμόδια Υπουργεία και οι άνθρωποι που συνέταξαν το Χωροταξικό θα μπορούσαν να λάβουν υπόψη τους κάθε Τοπική Κοινότητα και όχι συνολικά τη Δημοτική Ενότητα.
«Οι Δημοτικές Ενότητες, όταν καθορίστηκαν το 1997, καθορίστηκαν με κριτήριο και με απώτερο σκοπό τους όρους οικοδομησιμότητας; Η απάντηση είναι πως όχι. Η δημιουργία των Δημοτικών Ενοτήτων ήταν μια απάντηση, το 1997, και στον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να δημιουργηθούν οι τότε Καποδιστριακοί Δήμοι», επισήμανε.
Πρόσθεσε ότι δεν υπάρχει μελέτη φέρουσας ικανότητας για καμία περιοχή, ούτε αποτελούσε προϋπόθεση η κατάθεση σχετικής μελέτης, ώστε να διαπιστωθεί τι μπορεί και τι δεν μπορεί να αντέξει κάθε περιοχή.
«Και κάτι περαιτέρω: στις πόσες κλίνες, για παράδειγμα, μια περιοχή λογίζεται ως κορεσμένη ή όχι; Δεν θα το μάθουμε ποτέ, γιατί πολύ απλά η Υπουργική Απόφαση δεν αναφέρει ποιο είναι το όριο. Δηλαδή, αν κάποια στιγμή, για παράδειγμα, στον Λαγανά επιθυμούμε να γκρεμίσουμε πέντε ξενοδοχεία, θα κατέβει κατηγορία η εκεί Δημοτική Ενότητα; Προσπαθώ να δώσω τα παραδείγματα και τις αντιφάσεις της συγκεκριμένης Υπουργικής Απόφασης», υπογράμμισε.
Απορία, όπως είπε, δημιουργεί και το όριο της γης, δηλαδή το ελάχιστο των 16 στρεμμάτων, στην εκτός σχεδίου δόμηση. Έθεσε, μάλιστα, ως παράδειγμα την περίπτωση του Πλάνου και το ερώτημα εάν λογίζεται ως σχέδιο πόλης, ως εντός ή ως εκτός σχεδίου περιοχή.
«Σήμερα, παραδείγματος χάρη, υπάρχει μια τεράστια νομική εκκρεμότητα ως προς την ολοκλήρωση του σχεδίου πόλης Πλάνου. Ακόμη, τυπικά, δεν έχει περατωθεί. Τυπικά, πώς θα λογιστεί ο Πλάνος, ως εντός ή εκτός; Θα έχουμε τον περιορισμό των 16 στρεμμάτων ή όχι;» διερωτήθηκε.
Ανέφερε ότι κατανοεί πως η κυβέρνηση δεν μπορεί να περιμένει πότε θα ολοκληρωθεί το σχέδιο πόλης και ότι πρέπει τώρα να καθορίσει τα κριτήρια και να θέσει κάποιους κανόνες. Τόνισε, ωστόσο, ότι όταν κάποιος νομοθετεί ή λαμβάνει εκτελεστικές αποφάσεις, όπως η συγκεκριμένη Υπουργική Απόφαση, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις επιμέρους ειδικές ιδιαιτερότητες, εκ των πραγμάτων θα νομοθετήσει με τρόπο που θα δημιουργήσει αστοχίες, αδυναμίες, αντιφάσεις ή και αδικίες.
«Το γενικό μήνυμα που απορρέει από αυτή την Υπουργική Απόφαση είναι, στην πραγματικότητα, ότι “όποιος πρόλαβε, πρόλαβε”, χωρίς να υπάρχει ένα μεταβατικό στάδιο για τους υπόλοιπους. Φανταστείτε το ενδεχόμενο να έχετε μια ιδιοκτησία 15 στρεμμάτων σε μία από αυτές τις περιοχές και να σας λείπει το 16ο στρέμμα, προκειμένου να χτίσετε ένα ξενοδοχείο. Έχει σκεφτεί κάποιος αυτό το παράδειγμα;» τόνισε.
Σύμφωνα με τον ίδιο, πάρα πολλές ιδιοκτησίες χάνουν την αξία τους. Παράλληλα, έθεσε το ερώτημα ποια θα μπορούσε να είναι η συνέπεια στη μελλοντική χρηματοδότηση επιχειρήσεων ή ξενοδοχείων από το τραπεζικό σύστημα, όταν μια ολόκληρη Δημοτική Ενότητα χαρακτηρίζεται ως κορεσμένη.
«Φρονώ ότι δεν υπάρχει κάποιου είδους εξειδικευμένη και συγκεκριμένη μελέτη για κάθε Δημοτική Ενότητα ξεχωριστά. Αυτή τη στιγμή συνεχίζουμε να εκδίδουμε οικοδομικές άδειες. Τι πρέπει να κάνουμε; Για ποιον λόγο, παραδείγματος χάρη, μέχρι τώρα δεν έχουμε εξαρτήσει την έκδοση οικοδομικών αδειών επιχειρήσεων και ξενοδοχείων από τις ευρύτερες υποδομές;» σημείωσε.
Αναφέρθηκε, επίσης, στην ανάγκη καθορισμού συγκεκριμένων κριτηρίων σε σχέση με την επάρκεια των υποδομών. «Πώς θα καθορίσουμε το κριτήριο; Αν το νερό επαρκεί, στα πόσα κυβικά νερού είμαστε εντάξει, ώστε να συνεχίσουμε να αυξάνουμε τις κλίνες; Θέλω να πω ότι όλα αυτά τα ζητήματα είναι αόριστα», είπε.
Όπως τόνισε, από τη στιγμή που τίθενται νομικοί περιορισμοί, πρέπει να καθοριστούν και τα κριτήρια, ώστε οι πολιτικές να είναι δίκαιες και να μη δημιουργούνται ανισότητες.
«Από τη στιγμή που εκδόθηκε η Κοινή Υπουργική Απόφαση, έχουν τελειώσει οποιοσδήποτε προγενέστερος διάλογος και οι διαδικασίες διαβούλευσης. Το λέω αυτό διότι, βλέποντας το αρχικό σχέδιο της Κοινής Υπουργικής Απόφασης, που είχε τεθεί σε διαβούλευση, και το τελικά εγκεκριμένο, η διαφοροποίηση είναι ελάχιστη», ανέφερε.
Σημείωσε ακόμη ότι κάποιος μπορεί να θεωρήσει πως θα του αρνηθούν την έκδοση οικοδομικής άδειας. Σε αυτή την περίπτωση, όπως είπε, δεν έχει άλλον τρόπο να προστατεύσει την ιδιοκτησία και τα δικαιώματά του παρά να προσφύγει στην Ελληνική Δικαιοσύνη.
Υποστήριξε, τέλος, ότι σε προγενέστερο στάδιο το τοπικό πολιτικό σύστημα έπρεπε να είχε δημιουργήσει μια ομάδα εργασίας εμπειρογνωμόνων, προκειμένου να κατατεθούν ολοκληρωμένες, λεπτομερείς και στιβαρές προτάσεις αναθεώρησης και επιμέρους διαφοροποιήσεων, νομικά και τεχνικά άρτιες.
«Ένα τέτοιο κείμενο δεν είναι ένας απλός νόμος. Έχει τέτοια ορολογία και τεχνικές προϋποθέσεις, τεχνικές και νομικές απαιτήσεις, που δεν είναι εύκολο να τις αντιληφθεί κάποιος», κατέληξε.